Ο ναρκισισμός, οι ενοχές και ο πολιτικός λόγος (του Δ. Οικονομίδη)

Posted: 14/10/2009 by Γιάννης Χ. in Παρεμβάσεις
Ετικέτες: ,

picasso mirror

Οι παρακάτω σκέψεις γεννήθηκαν με αφορμή ορισμένες αναφορές του « άρθρου της σύνταξης »,που είναι αφιερωμένο στο 4ο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, στο τεύχος 31 του «Μανδραγόρα», σελ.3-4.

« Τελικά το κάναμε το καθήκον μας. Οι Ινδοί μπορούν να συνεχίσουν να κοιμούνται κατά χιλιάδες στους δρόμους και μεις στα κρεββάτια μας με ήσυχη συνείδηση…διασχίζαμε, όπως όλοι οι δυτικοί κι εμείς, τους εντυπωσιακούς χώρους του ξενοδοχείου μας…αποζητώντας τη χλιδή της πισίνας. Δεν ωφελεί να μιλήσουμε για τα χαμάμ…την προκλητική υπερβολή του πρωινού…Εντονότερη εντύπωση; Η σιχασιά που ένιωσα όταν ένα κοριτσάκι άπλωσε το χέρι του στο παντελόνι μου για να μου ζητήσει ελεημοσύνη…Τίναξα προσεκτικά τη βρωμιά από πάνω μου, δίχως ωστόσο να καταφέρω να αποδιώξω μέχρι σήμερα και τη ντροπή για ό,τι αισθάνθηκα ».

Παραθέτω επίσης ένα απόσπασμα από το κείμενο της κ. Λιάνας Κανέλλη στη στήλη «Πατριδογνωμόνιο» του Κυριακάτικου Ριζοσπάστη της 4.7.2004.

« Εφυγα διακοπές…με το αίσθημα του αναγκαίου « προνομίου». Είναι εξαγριωτικό…να αισθάνεσαι το δικαίωμα στην ξεκούραση σαν προνόμιο αφού τόσοι και τόσοι δεν μπορούν να διανοηθούν ότι θα ξοδέψουν τα απαραίτητα χρήματα για να πάρουν τη βαθιά ανάσα για κάθε εργαζόμενο ».

Ανάμεσα στα δύο αποσπάσματα βρίσκω αντιστοιχίες (λογικής και ύφους), γι’αυτό τα παραθέτω μαζί. Αντίστοιχες απόψεις βρίσκονται τόσο στον αριστερό χώρο όσο και ευρύτερα, στους χώρους και τους ανθρώπους που στέκονται κριτικά απέναντι στο «σύστημα » .

Ποια κοινά στοιχεία υπάρχουν στα δύο ανωτέρω αποσπάσματα και  τα οποία αντανακλούν κατά τη γνώμη μου μία συγκεκριμένη στάση απέναντι στην κοινωνικό-πολιτική πραγματικότητα:

 

* Οι ενοχές που νιώθει ένας πολίτης, και ιδιαίτερα ο αριστερός, σχετικά με την αδράνεια,  την παθητικότητα ή και την συνέργιά του ως προς την κρατούσα κατάσταση πραγμάτων.

* Το πώς διαχειρίζεται κανείς αυτές τις ενοχές τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

* Η ανάγκη « μεταμέλειας ». Η αναζήτηση δρόμων για μία διαφορετική στάση απέναντι στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις.

* Δημόσια έκθεση της επικριτέας στάσης, δημόσια αναγνώριση του εν λόγω λάθους,  δημόσια έκθεση των αισθημάτων ντροπής και ενοχής, περιρρέουσα αίσθηση ανημπόριας.

         * Περιγραφές του ιδίου γεγονότος ( δηλ. της επικριτέας στάσης ) με διαφορετικούς τρόπους ˙ λογοτεχνίζουσες, λεπτομερείς, περιγραφές, δίνοντας την εντύπωση αυτομαστιγώματος.

* Απουσία ενός «δια ταύτα» δηλαδή κάποιων έμπρακτων συμπερασμάτων και προτάσεων για μία διαφορετική αντιμετώπιση στο μέλλον · ούτε υπήρξε έμπρακτη αλλαγή στάσης, ούτε, έστω, υπόσχεση αλλαγής στάσης.

 

Αυτή η συμπεριφορά είναι διαδεδομένη στην εποχή μας.

Ανεξαρτήτως προθέσεων, που και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αλλά και δεν είναι το ζητούμενο, θεωρώ ότι είναι υπονομευτική, επικίνδυνη κοινωνικά και πολιτικά και δεν συμβάλλει στη συγκρότηση ώριμης στάσης, το αντίθετο μάλιστα αποσυνθέτει, υπονομεύει.

 

Α. Ας ξεκινήσουμε από τις ενοχές των γραφόντων.

Τέτοιου είδους ενοχές συναντά κανείς, επίσης, σε ανθρώπους, που – ενώ ζουν άνετα – βιώνουν ενοχικά το ευ ζην τους και αναλώνονται σε μηρυκασμούς και αυτομαστιγώματα αναπολώντας « το πτωχό πλην τίμιο παρελθόν τους ». Ακόμη συναντώνται σε ανθρώπους, που αποδέχονται μεν το επίπεδο ζωής τους, αλλά νιώθουν ενοχές για το γεγονός ότι, ακριβώς επειδή η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση και το μορφωτικό επίπεδό τους τους παρέχουν χρόνο και  « χώρο » ( πνευματικό, ψυχικό ) που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν σε συλλογικές δραστηριότητες, δεν το κάνουν  καθόλου ή όχι τόσο όσο θα ήθελαν και οφείλουν. Το «οφείλουν » με την έννοια του καθήκοντος του πολίτη απέναντι στα κοινά και όχι με μία νευρωτική καταναγκαστική αντίληψη του κοινωνικού καθήκοντος. Η παραδοσιακή αριστερά και οι θρησκείες βρίθουν από τέτοιες νευρωτικές λογικές και πρακτικές.

Αυτή η δεύτερη στάση είναι  πιό ώριμη, θα μπορούσαμε να πούμε, διότι ξεφεύγει από μία ψευτο-ασκητική, μαζοχιστική λογική, που διακατέχει την πρώτη που ανέφερα. Μία ασκητική λογική ολοκληρωμένη και συνεπής με τον εαυτό της είναι άλλο ζήτημα και εξ άλλου δεν αναλώνεται σε μηρυκασμούς και αυτοκατηγορίες.

Η αυτοκαταγγελία « όταν γίνεται συστηματικά…οδηγεί στην πιό ολέθρια και κακοήθη μορφή ναρκισσισμού: την αυτοαπαξίωση…Υπάρχει ένας τρόπος του να ομολογεί κάποιος την ενοχή του και που είναι τρόπος του να μην θεωρεί και να μην σκέφτεται την ευθύνη του»         ( Michel Schneider : Big Mother ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής , εκδ.Odile Jacob, Παρίσι, Μάρτιος 2002, σελ. 147,149).  

Τι έγινε στην πράξη, από τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι ενοχές, η ντροπή απέναντι  σ’αυτό που όφειλαν να κάνουν οι γράφοντες ; Π.χ. εάν ο συντάκτης του Μανδραγόρα συμπλήρωνε ότι: εφόσον οι συμμετέχοντες στο ΠΚΦ κακώς κατέλυσαν σε πολυτελή ξενοδοχεία, σε επόμενες συναντήσεις θα πρέπει να βρεθούν άλλες λύσεις , που να μην οδηγούν σε τέτοιες αντιφάσεις και προκλητικότητα,  χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πρέπει να αναζητηθεί κατάλυμα σε τρώγλες για να μοιραστούν, δήθεν,  οι αντιπρόσωποι τη μοίρα των φτωχών. Εάν η κ. Λ. Κανέλλη  είχε διακόψει τις διακοπές της και επιστρέψει στις πολιτικές της δραστηριότητες. Τότε θα λέγαμε ότι υπάρχει μία αντιστοιχία λόγων και έργων ( ακραία στο δεύτερο σενάριο, διότι δεν πιστεύω ότι οι αριστεροί δεν θα πρέπει να κάνουν διακοπές η να μην χαίρονται ό,τι χαρές έχει – και έχει – η καθημερινότητα, αναμένοντας την επανάσταση όπου μόνο τότε θα « επιτρέπονται » η χαρά και η ευτυχία !).

 

Β. Αφήγηση σε πρώτο ενικό πρόσωπο.

Αν υποθέσουμε πως οι ανωτέρω αυτοκριτικές είχαν καταλήξει και σε ένα «δια ταύτα », θα παρέμενε εντούτοις ένα άλλο ερώτημα.

Η αυτοανάδειξη – αυτοπροβολή σε παράδειγμα προς αποφυγή ή μίμηση είναι πράγματι ωφέλιμη, προάγει την ατομική και συλλογική ωρίμανση;

Εδώ θα πρέπει να διερωτηθούμε σχετικά με την λογική του παραδειγματισμού.

Εδώ συναντάμε ένα συστατικό στοιχείο της ελληνικής κουλτούρας, αλλά και άλλων μη-δυτικών  κοινωνιών ( μεσογειακές, λατινοαμερικάνικες, αφρικανικές). Πρόκειται για κοινωνίες όπου οι ανθρώπινες σχέσεις δομούνται και λειτουργούν, κατ΄αρχήν, με κανόνες  άμεσης, ανοιχτής ταύτισης με τον άλλο και τις « δέουσες » συμπεριφορές που υπαγορεύει η ομάδα ( οικογένεια, έθνος, θρησκεία, παρέα). Αυτό που έχει πρωτεύουσα σημασία είναι η λειτουργία της ομάδας. Το άτομο δρα, σε κυρίαρχο βαθμό, σαν « εκπρόσωπος » της ομάδας, είναι το καμάρι ή η ντροπή της, και λιγότερο με κέντρο αναφοράς την ατομικότητά του άρα και τις προσωπικές του ευθύνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι είναι λιγότερο εγωιστές και ατομιστές σε τέτοιες κοινωνίες. Είναι, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Επίσης: αυτός ο τρόπος λειτουργίας έχει πολλά θετικά στοιχεία, δεν είναι όλα για « πέταμα » στο όνομα του εξευρωπαϊσμού ( που ταυτίζεται λανθασμένα, ιδίως πια στην εποχή μας, με τον εκπολιτισμό. Αλλά αυτό το, τεράστιο, κεφάλαιο δεν είναι του παρόντος).  

        Ο παραδειγματισμός είναι μία πρωτογενής λογική, από την οποία περνά αναγκαία και αναπόφευκτα η ωρίμανση του ανθρώπου στην πρώιμη παιδική ηλικία. Είναι ο ετεροπροσ-διορισμός ( κάνω ότι κάνει η μαμά κι ο μπαμπάς · ή το αντίθετο, δηλ. αρνητική ταύτιση, που αποτελεί επίσης μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης και απόκτησης ταυτότητας).

Πιό ολοκληρωμένη και ώριμη θέση είναι το να προχωρήσουμε πέρα από τον παραδειγματισμό και τον ετεροκαθορισμό. Δηλαδή το να έχει κανείς ανθρωπιστική συμπεριφορά , δημοκρατική στάση, το να σέβεται και νοιάζεται τον άλλο και το κοινωνικό σύνολο, ενεργή συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα δεν μπορεί, μακροπρόθεσμα,  να είναι αποτέλεσμα μόνο ετεροκαθορισμού. Πρέπει να εξελιχθεί σε στοιχείο ενδογενές του ατόμου και των κοινωνικών ομάδων, ανεξάρτητα από το εάν και ποιος άλλος την ακολουθεί ( «ποτέ από το χρέος μην κινούντες…» Κ. Καβάφης « Θερμοπύλες » ).  Ο ετεροκαθορισμός  μέσω του παραδειγματισμού μπορεί να λειτουργήσει ως έναυσμα, να κινητοποιήσει δυνάμεις, που είναι σε λανθάνουσα κατάσταση, μέσα στο άτομο και το σύνολο. Αλλά αν δεν μετεξελιχθεί σε αυτοτελές, αυτόνομο χαρακτηριστικό παραμένουμε σε πρωτογενή επίπεδα συμπεριφοράς δηλ. σε μεγάλου βαθμού ανωριμότητα.

Και, όταν κυριαρχεί ο ετεροκαθορισμός, το άτομο ή η ομάδα μπορούν να παλινδρομήσουν πιό εύκολα σε απαθή ή και ανοιχτά αντικοινωνική στάση. Ιδιαίτερα μέσα σε συνθήκες όπου τα παραδείγματα λείπουν ή δεν είναι ισχυρά ή/και επαρκή ώστε να συνεχίσουν να λειτουργούν ως αντίβαρο. Κατάσταση που βιώνουμε  σήμερα, όπου όχι μόνο  αποσυντίθεται ο κοινωνικός ιστός αλλά και τίθενται  υπό αίρεση, οι στοιχειώδεις αξίες της συλλογικότητας, της ανθρώπινης αλληλεγγύης, της κοινωνικής ευθύνης.

Η αυτοπροβολή

1. μπορεί να απορρέει από την υπέρμετρη ανάγκη ( συνειδητή ή ασυνείδητη ) του αυτοπροβαλλομένου για επιβεβαίωση, αναγνώριση, καταξίωση  αλλά σ΄αυτή την περίπτωση

α.  καλλιεργεί τη ανώριμη λογική της συνολικής – βλέπε ολοκληρωτικής – ταύτισης (κάνω  ή δεν κάνω κάτι – που είναι οι δύο  όψεις του ιδίου νομίσματος  –  γιατί το κάνει ο τάδε, γιατί έτσι λέει η εκκλησία, γιατί αυτό επιβάλλει ο «εθνικός» χαρακτήρας μας, η κοινωνία, η τηλεόραση, ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου κ.ο.κ).

Και β. μπορεί να λειτουργήσει  απωθητικά σε σχέση με το περιεχόμενο του παραδείγματος, που προβάλλει, το οποίο περιεχόμενο μπορεί να είναι χρήσιμο και ενδιαφέρον.

2. Υπάρχει η περίπτωση όπου ο αυτοπροβαλλόμενος δεν διακατέχεται από υστεροβουλία και « παραδίδεται ως παράδειγμα άνευ όρων και χωρίς αναζήτηση προσωπικού οφέλους ή ανταλλάγματος » στην κοινή γνώμη. Να πάρουμε δηλαδή την περίπτωση του, ας τον πούμε,   « απόλυτου » αλτρουισμού    ( το παράδειγμα του Χριστού έχει τέτοια στοιχεία « απόλυτου » αλτρουισμού και επομένως δεν είναι από μόνο του επαρκές για την αρμονική και ισορροπημένη ωρίμανση του ατόμου).

Παρά την θετικότητα, που ακτινοβολεί ένα τέτοιο άτομο, ή πιό σωστά παράλληλα με αυτή, ένα τέτοιο άτομο συμβάλλει, εκ των πραγμάτων, στην καλλιέργεια της λογικής της ανώριμης ταύτισης, του ετεροπροσδιορισμού που ανέφερα παραπάνω.

Επομένως , μακροπρόθεσμα, δεν είναι εποικοδομητικό, καθότι καλλιεργεί την εξάρτηση του ατόμου από τα πρότυπα.

Το ζητούμενο δηλαδή είναι η υπηρέτηση του σωστού αυτόνομα, υπεύθυνα και ανιδιοτελώς.

Μπορεί να τεθεί το εξής ερώτημα: δηλαδή να μη μιλάμε ποτέ για τον εαυτό μας ;

Φυσικά και ναι. Στους οικείους μας. Στον ψυχοθεραπευτή και το γιατρό. Στο δικαστήριο  ( της πολιτείας αλλά και της κοινωνίας ) εάν και εφόσον κληθούμε να λογοδοτήσουμε για κάτι. Αυτοβιογραφούμενοι,  κατά προτίμηση στο τέλος της ζωής μας και ακολουθώντας τη σοφή ρήση του Σόλωνα «μηδένα προ του τέλους μακάριζε ». Σε περιπτώσεις, όπου προσωπικά βιώματα και σκέψεις, μπορούν να χρησιμεύσουν ως « υλικό » στα πλαίσια ανάλυσης της πραγματικότητας και αναζήτησης λύσεων ( πχ η χρήση από τον Φρόϋντ στοιχείων της προσωπικής του ζωής – όνειρα, συμπτώματα κλπ ). Σ΄αυτή την περίπτωση το  ιδιωτικό, προσωπικό « υλικό » πρέπει να προσπαθείται να παρουσιάζεται « ιστορικοποιημένο » δηλ. απαλλαγμένο, το μέγιστο δυνατό, από συναισθηματισμούς, στοιχεία αυτοπροβολής και προσωπικής επιδεικτικής έκθεσης. Έργο δύσκολο, καθότι τα όρια είναι λεπτά και δυσδιάκριτα αλλά δυνατό να γίνει. Απαιτείται αυτοσυνείδηση, αυτοκριτικό πνεύμα και αποστασιοποίηση από την ενυπάρχουσα συναισθηματική φόρτιση, τιμιότητα και πνεύμα ανοιχτό στην άποψη τρίτων προσώπων.

Επίσης, εκ των πραγμάτων η συμμετοχή σε μία συλλογική προσπάθεια προσφέρει και ατομική ικανοποίηση και αισθήματα καταξίωσης και δικαίωσης στο άτομο. Αυτό δεν είναι κάτι το αρνητικό η επιλήψιμο, ίσα-ίσα αποτελεί μέρος φυσιολογικών διεργασιών μέσα στο άτομο και  στις σχέσεις του με τους άλλους. Το πρόβλημα υπάρχει όταν αυτή η συμμετοχή εξαργυρώνεται, χρησιμοποιείται ως αντάλλαγμα.

 

Είναι διαφορετική κατάσταση εάν ένα τρίτο πρόσωπο αναφερθεί σε κάποιον ως παράδειγμα.

Ας παρατηρήσουμε ότι για να «λειτουργήσει» η αρνητική επιρροή της αυτοπροβολής απαιτείται και κάτι άλλο. Πρέπει ο αποδέκτης του μηνύματος να είναι άκριτα δεκτικός, όχι επαρκώς ώριμος, ώστε να μπορεί να διαφοροποιήσει το παράδειγμα από τον φορέα του και να πάρει ό.τι θετικό περιέχει. Χρειάζεται δηλαδή, να μπορούμε να  « υποδεχόμαστε », να είμαστε ανοιχτοί στην όποια ανθρώπινη εμπειρία και σκέψη,  χωρίς να ταυτιζόμαστε με τα άτομα που τις εκφέρουν ή τις ενσαρκώνουν. 

 

 

Γ. Μπορούμε να αναστρέψουμε ή να εξαφανίσουμε μία κατάσταση που μας δημιουργεί ενοχές;

Ο χριστιανισμός – για να αναφερθούμε στα ελληνικά πολιτισμικά δεδομένα  – εισήγαγε τη λογική της μετάνοιας ( εκ μέρους αυτού που έσφαλλε) και της συγχώρεσης ( εκ μέρους του άλλου ή του συνόλου, που υπέστησαν τις συνέπειες της αντικοινωνικής συμπεριφοράς) και απέρριψε τη λογική της εκδίκησης. Ανήγαγε έτσι τον άνθρωπο και τη ζωή του σε απαραβίαστη αξία- εξανθρωπίζοντας και απαλύνοντας, δυνητικά, τις σχέσεις τόσο μεταξύ του ατόμου και του εαυτού του, όσο και μεταξύ των ανθρώπων. Ο Ανθρωπισμός,  η αναγνώριση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η Αριστερά συνάδουν  σ’αυτήν την κατεύθυνση.

Όμως αυτή η ριζοσπαστική και καινοτόμα αντίληψη μπορεί να οδηγήσει και σε πλάνη ή/και σε ευκολία, αν χρησιμοποιηθεί λανθασμένα. Δηλαδή, σε μία αντίληψη του είδους           « εφόσον υπάρχει η μετάνοια και η εξιλέωση, μπορούμε να είμαστε αντικοινωνικοί, απάνθρωποι και ασυνεπείς όλη τη βδομάδα και κάθε Κυριακή να εξαγοράζουμε τη συνείδηση μας ». Και σ’αυτό το σημείο η χριστιανική αντίληψη αναδεικνύεται ανεπαρκής.

Η ελευθερία και η ανθρωπιά, που εμπεριέχονται στην κοσμοαντίληψη που προαναφέραμε, απαιτούν ένα αντίστοιχο επίπεδο αυτογνωσίας και ηθικής, ατομικής και κοινωνικής ( η ελευθερία θέλει τόλμη αλλά και αρετή, για να θυμηθούμε τον Α. Κάλβο ). 

Και, τέλος, απαιτούνται κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και κουλτούρα, που να επιτρέπουν τη στοιχειώδη άσκηση αυτών των αξιών. Η αντικοινωνικότητα, η βία, η απληστία, η αυτοπροβολή και ο ανταγωνισμός είναι συστατικό κομμάτι και του ανθρώπινου ψυχισμού  και των εκμεταλλευτικών κοινωνιών όπου επιβιώνει επί χιλιετίες ο άνθρωπος. Αυτές οι κοινωνίες στηρίζονται, χρησιμοποιούν και νομιμοποιούν άμεσα και έμμεσα τα αντικοινωνικά ένστικτά μας.

Τα στοιχεία αυτά μπορούν να εξημερωθούν, να εκλογικευθούν και η ενέργειά τους να στραφεί σε θετική, δημιουργική, φιλο-κοινωνική κατεύθυνση. Αυτό βέβαια μπορεί να συμβεί εφόσον υπάρξουν πρόσφορες συνθήκες και σε ιδιωτικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο ( Ας πάρουμε ένα παιδί μεταναστών που οι γονείς του τού προσφέρουν όση αγάπη και στοργή χρειάζεται. Επίσης του καλλιεργούν κριτική σκέψη και πνεύμα διεκδίκησης των δικαιωμάτων του χωρίς πνεύμα μνησικακίας και εκδίκησης απέναντι στη απόρριψη και το ρατσισμό τμημάτων του ελληνικού πληθυσμού και του κράτους. Παρ`όλα αυτά· εξ αιτίας της υποδεέστερης θέσης όπου τους βάζει το ελληνικό κράτος και η κοινωνία και εξ αιτίας του ρατσισμού, το παιδί αυτό δεν θα έχει κάποιο έλλειμμα ως προς το αίσθημα του ανήκειν σ΄αυτή τη χώρα; Μία συσσωρευμένη πίκρα και, γιατί όχι, και μίσος; Δεν θα υπάρχει ένα ρήγμα μέσα του που θα αιμορραγεί κατά καιρούς; Ένα ρήγμα που θα προστεθεί στο ήδη υπάρχον, ούτως ή άλλως, κληροδοτημένο ρήγμα από το χωρισμό, συνήθως βίαιο, με τη χώρα του; ). 

 

Τα βιώματα χιλιετιών έχουν καλλιεργήσει και παγιώσει στο συλλογικό φαντασιακό την πεποίθηση ότι, η βία, η εκμετάλλευση και ο εγωισμός είναι η μόνη δυνατή τάξη του κόσμου. Σήμερα, η όλο και πιό ανοιχτή έκφραση των αντικοινωνικών στοιχείων του ανθρώπου, η τάση για τη μη-χειραγώγηση τους δεν υπάρχουν απλά ή/και εντείνονται. Υπάρχει μία ποιοτική διαφορά. Προβάλλονται έντονα και μαζικά είτε απλώς άκριτα, ως «ουδέτερα» γεγονότα,          «ουδέτερες» πληροφορίες είτε και ως θεμιτοί τρόποι ύπαρξης και συμπεριφοράς.

Η κοινωνική ντροπή, το περίφημο φιλότιμο, που λειτουργούσαν ως ανάχωμα  μειώνονται και απαξιώνονται. Από την άλλη, οι εν δυνάμει φορείς μίας ανθρώπινης κοινωνικής ηθικής (συλλογικοί και συνδικαλιστικοί φορείς, παραδοσιακή Αριστερά  ) λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό στα πλαίσια της κυρίαρχης λογικής ( όχι ότι στο παρελθόν δεν υπήρχε ανηθικότητα και υποκρισία στα πλαίσιά τους ).

Ταυτόχρονα υπάρχει μία τάση άλλοτε αφελούς αντίληψης μαγικού τύπου και άλλοτε,  σε πολλές περιπτώσεις, διαστροφικού. Αυτή η τάση είναι το να πιστεύουμε ότι, εξομολογούμενοι τα λάθη μας, και δη δημόσια, και τιμωρούμενοι γι΄αυτά ( εξ άλλου πως; Με τα λόγια;), αποκαθαρθήκαμε, ότι τίποτε δεν μας βαραίνει στο μέλλον.

Σαν να συμβαίνει, δια της μετάνοιας ή/και της τιμωρίας, μία επιστροφή στο χρόνο και η πράξη, που μας δημιουργεί ενοχές να ακυρώνεται.

Μαγική σκέψη, κυριαρχία του ανορθολογικού στη λογική, του ( ανορθολογικού ) πνεύματος πάνω στην πράξη.

Όμως ότι έχει γίνει είναι δυνατόν να ξεγίνει;

Ούτε ο Θεός, λέει ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά», δεν μπορεί να κάνει ώστε αυτό που έχει γίνει να ξεγίνει.

Η αναγνώριση ενός λάθους, η ποινή, η επανόρθωση – εάν αυτή είναι δυνατή – και η εξαγωγή συμπερασμάτων για μελλοντικές συμπεριφορές, δεν μπορούν να ακυρώσουν την πράξη αυτή καθεαυτή ούτε να μας απαλλάξουν από ένα – πιό ελαφρύ ίσως – φορτίο ενοχής, που θα μας συνοδεύει. Και δεν μπορούμε – όσο κι αν το θέλουμε και το φαντασιωνόμαστε – να το μοιραστούμε η, πολύ περισσότερο να το φορτώσουμε, σε τρίτους.

Η αυτοκριτική και η έκθεση των ενοχών δημόσια, με τρόπους όπως αυτοί που αναφέρθηκαν στην αρχή του κειμένου,  ενέχουν εκ των πραγμάτων μία τέτοια λογική και άλλα  δευτερογενή οφέλη. Την ψευδαίσθηση της αποκάθαρσης αλλά και το μοίρασμα της ενοχής με τον « θεατή ». Κάτι σαν Big Brother του εσωτερικού μας κόσμου.

Η μεταμέλεια και η πιό σωστή κοινωνικά συμπεριφορά στο μέλλον μπορούν να οδηγήσουν, σιγά-σιγά, στην επούλωση και στη μερική αποκατάσταση της ρήξης που επήλθε, δηλ. που εμείς επιφέραμε, στη σχέση μας με τον άλλο η το κοινωνικό σύνολο, αλλά δεν απαλλάσσουν από τη μνήμη της πράξης και το συνακόλουθο φορτίο ενοχής.

Εξ άλλου σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις ( φόνος, γενοκτονία ) δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης αποκατάσταση των σχέσεων με τους άλλους. Και αυτό είναι και το ψυχικό και ηθικό τίμημα που θα κουβαλάει ο ένοχος. Και για ποιο λόγο θα έπρεπε να μην είναι έτσι.

Μία δημοκρατική κοινωνία που σέβεται τον άνθρωπο δεν πρέπει να συντηρεί το στίγμα – έχει κάνει ότι όφειλε με την κοινωνική ή/και ποινική καταδίκη – αλλά ούτε και να προσπαθεί να δημιουργήσει ψευδαισθήσεις ολικής επανένταξης και ( κακώς εννοούμενης ) συμφιλίωσης. Ας αναφέρουμε επίσης ότι οι συμφιλιώσεις, ειδικά σε πολιτικό επίπεδο, γίνονται, ως επί το πλείστον, με προσβολή της μνήμης και της θυσίας των θυμάτων ( βλ. βασανιστές και χαφιέδες δικτατοριών, Περίπτωση Πινοτσέτ στη Χιλή κλπ κλπ ).

Δηλαδή χρειάζεται καταγγελία και αντιπάλεμα της αδικίας, επιβολή του νόμου αλλά όχι εκδίκηση, όχι μνησικακία ούτε λήθη· τέλος, δεν υπάρχει συγχώρεση για όλα.

Τι απομένει στην τελευταία περίπτωση μετά την μεταμέλεια ;

Ο γιατρός χρόνος και, κυρίως, η σιωπή.

 

Για να επανέλθω στα γραφόμενα των δύο αρθρογράφων.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι, με την στάση απέναντι στις ενοχές, έτσι όπως αυτή ανα-λύθηκε, και ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, ρίχνεται νερό στο μύλο της περιρρέουσας ατμόσφαιρας διάλυσης, απενοχοποίησης και αδιαφορίας. Οι πολίτες, οι συλλογικότητες και τα κινήματα ή κόμματα, που θέλουν να αντιταχθούν στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων δεν μπορεί να υιοθετούν λογικές όπως οι παραπάνω. Όσο κι αν είναι σαγηνευτικές από ορισμένες απόψεις. (Διότι οι επικριτικές αλλά μη-εποικοδομητικές απόψεις  καθώς και οι διαστροφικές στάσεις έχουν δύναμη και έλξη· αυτό δεν τους το αρνείται κανείς. Πόσοι μικροαστοί και μεσοαστοί, διανοούμενοι και καλλιτέχνες δεν ένοιωσαν έλξη από το ανερχόμενο ναζιστικό κίνημα, αν και διαφωνούσαν κάθετα μαζί του; Και θεωρούσαν ότι, έστω κι αυτή η δυναμική και ανατρεπτικότητα που έφερναν οι ναζί, θα μπορούσε να ξυπνήσει την κοινωνία; Και… το ξύπνημα ήταν ό,τι χειρότερο έχει παρουσιάσει, ως σήμερα, το ανθρώπινο γένος).      

 

Από τη μία η διαστροφική συμπεριφορά δεν έχει κυριαρχήσει σε μη αντιστρεπτό βαθμό· οι κοινωνικές και ατομικές ενοχές υπάρχουν και κινητοποιούν, έστω αδέξια η μπερδεμένα.

Το να νιώσει κανείς ατομικά ενοχές για την στάση του είναι εν δυνάμει ( δηλ. αν κατευθυνθεί σωστά αυτό το συναίσθημα) στοιχείο ωριμότητας. Θα ήθελα να προσθέσω, επίσης, ότι η ανάδειξη και ενασχόληση με την εσωτερικότητά μας, τον προσωπικό μας κόσμο, η εξέταση της συνείδησης μας και των σχέσεων με τους άλλους πιό βαθιά και επίπονα απ’ότι στο παρελθόν είναι ένα από τα θετικά στοιχεία της πρόσφατης εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας κι όχι απλά ένα φαινόμενο μόδας ή αποκλειστικά αδιεξόδου ( υπάρχουν βεβαίως και αυτά τα στοιχεία).

Αυτό σημαίνει ότι:

 – σπάει η μοιρολατρική και βολική αντίληψη του στυλ « φταίει το κακό το ριζικό μας  ». Αντίληψη που ήταν, εν μέρει, αναγκαία σε προηγούμενες κοινωνικές-πολιτισμικές συνθήκες,

 – όλο και περισσότεροι άνθρωποι, με το να αναρωτιούνται για την προσωπική τους ευθύνη και στάση, κατανοούν, πως ταυτόχρονα με τις κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες που ξεπερνούν τη βούληση και τις δυνατότητες δράσης του μεμονωμένου ατόμου, υπάρχει και η ατομική ευθύνη. Βέβαια αυτή η ευθύνη είναι διαφορετικού μεγέθους, ανάλογα με την κοινωνικο-οικονομική θέση και το μορφωτικό επίπεδο. (Υπάρχει ατομική ευθύνη χωρίς όμως να φθάνουμε στο άλλο άκρο, που θα βόλευε πολιτικά και ιδεολογικά το καπιταλιστικό σύστημα , δηλαδή της – ψευδούς – εντύπωσης της απόλυτης ατομικής ευθύνης).

 

Από την άλλη υπάρχουν οι κυριαρχούσες αντιλήψεις και πρακτικές της απόλυτης σχετικοποίησης του καλού και του κακού, της προβολής – άμεσα και έμμεσα – των αντικοινωνικών ενστίκτων και συμπεριφορών ως αναπόφευκτων ή και φυσιολογικών.

Ο λόγος και η πρακτική πολιτικών και άλλων « σημαινόντων » ατόμων ( σταρ, προβαλλόμενα πρότυπα, μερίδας του κλήρου και των δημοσιογράφων κλπ. κλπ. ), η πρακτική των ΜΜΕ, η διαφήμιση, τα κάθε είδους ριάλιτυ και η λογική-ριάλιτυ (δηλαδή το « τα δείχνουμε όλα, παραβιάζουμε την ιδιωτικότητα, διαρρηγνύουμε τα όρια δημοσίου-προσωπικού »), το ίδιο το πνεύμα του άκρατου ανταγωνισμού, του καταναλωτισμού και της αρένας ( Ρωμαϊκής η Βυζαντινής), είναι στοιχεία ενός λανθάνοντος ιδιότυπου εμφυλίου πολέμου όλων έναντι όλων, όπου ωθεί ο σύγχρονος καπιταλισμός. Φυσικά ο πόλεμος του κεφαλαίου εναντίων των λαών είναι δεδομένος κι όχι καινούργιος.

Η Νέα Αριστερά έχει να αγωνιστεί όχι μόνο για    τα « κλασσικά » αιτήματα των λαϊκών τάξεων αλλά και για την ίδια την διατήρηση του ανθρωπινού γένους, την ηθική και την αξιοπρέπειά του. Ούτως ή άλλως αυτός ήταν, ή όφειλε να είναι πάντα ο ρόλος της.

 Και ταξικός και πανανθρώπινος, αν θελήσει  κανείς να το ορίσει με « δυο λέξεις ».

 

 

 

Υ.Γ.: στο κείμενο του Ριζοσπάστη υπάρχουν κάποιες διατυπώσεις που δημιουργούν σύγχυση και οδηγούν σε διαφορετικές κατανοήσεις ( χωρίς αυτό να αλλάζει τη λογική στην οποία αναφέρομαι, λογική που υπάρχει στο σύνολο του άρθρου του «Ρ»): « Έφυγα…με το αίσθημα του αναγκαίου προνομίου. Είναι εξαγριωτικό να αισθάνεσαι…το δικαίωμα στην ξεκούραση σαν προνόμιο…». Τα αποσπάσματα αυτά μπορούν να διαβαστούν και ως εξής:      « Έφυγα…με την ενοχή ότι οι διακοπές είναι ένα προνόμιο – αναγκαίο μεν διότι έχω, όπως όλοι, ανάγκη από αλλαγή και ανάπαυση – αυτό όμως δεν με απαλλάσσει από τη σκέψη ότι τόσοι και τόσοι δεν μπορούν καν … και με εξαγριώνει απέναντι στον καπιταλισμό αλλά και το μικροαστισμό μου» ή « Έφυγα …με το αίσθημα ότι την ανάγκη και το δικαίωμα μου για διακοπές κάποιοι θα τα δουν και θα μου τα προσάψουν ως προνόμιο. Είναι εξαγριωτικό. Φυσικά τόσοι και τόσοι δεν μπορούν καν …Όμως το να μην κάνω διακοπές θα βοηθούσε σε κάτι;».

Δημήτρης Οικονομίδης

( το κείμενο αυτό έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό « Μανδραγόρας » Νο 33 )

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s