Μία μικρή συζήτηση με τον Θεόδωρο Μαριόλη, Αν. Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο οποίος είχε ‘ενστάσεις’ για την ένταξη της Ελλάδας στο Ευρώ. Μέρος 2.

Posted: 31/01/2010 by ΔΟ in Κρίση-Οικονομία, Συνεντεύξεις

Στην προσπάθειά μας να συμβάλουμε στην συζήτηση για την Ε..Ε και ουσιαστικά να απαντήσουμε στο ερώτημα : κατά πόσο για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ευθύνεται η ενταξή της στην ζώνη του ευρώ; παρουσιάζουμε το 2ο μέρος της συνέντευξης με τον Θ. Μαριόλη. Ήδη μας έχει απαντήσει εν μέρει το πρώτο ερώτημα μας (αν η άσκηση του συνόλου της δημοσιονομικής πολιτικής από την χώρα μας θα μπορούσε να οδηγήσει σε ολοκληρωμένη απάντηση για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας μέσα στην ζώνη του Ευρώ). Θεωρεί ότι η άσκηση μόνο ενός οικονομικού εργαλείου αυτού της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής δεν επαρκεί.

Το αίτημα της αριστεράς για κατάργηση του συμφώνου σταθερότητας εκεί βέβαια οδηγεί. Φυσικά για να μην παρεξηγηθούμε είναι άλλα πολλές φορές τα πολιτικά αιτήματα, από την ανάλυση που κάνουμε για την οικονομία, η την κοινωνία.Συνεπώς ακόμη και αν δεχτούμε ότι η κατάργηση του συμφώνου σταθερότητας δεν μας φτάνει για να εξουδετερώσουμε τις αρνητικές δυνάμεις που ενεργοποιεί ενάντια στην πατρίδα μας και συνολικά στον ευρωπαϊκό νότο το κοινό νόμισμα και η ΟΝΕ, δεν είναι απαραίτητο να απορρίψουμε την στρατηγική της αποδοκιμασίας του στην χώρα μας (οικονομικά-κοινωνικά-πολιτικά αδύναμο κρίκο της ευρωπαϊκής ενοποίησης),   ως τον πρώτο μεγάλο κρότο για μια άλλη Ελλάδα σε μια άλλη Ευρώπη. Για να εξουδετερωθούν αυτές οι δυνάμεις, θα έπρεπε να υπάρχει π.χ ένας ομοσπονδιακός προϋπολογισμός η κάποιο άλλο σύστημα μεταβιβαστικών πληρωμών . Όμως επειδή αυτός θα ήταν πάντα μονής κατευθύνσεως, δηλαδή θα μετέφερε συνεχώς πόρους π.χ από την Γερμανία προς τον νότο καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι ανέφικτο, να γίνει αποδεκτός από τους πολίτες των κεντρικών χωρών . Μοιραία  δηλαδή οδηγούμαστε προς την οικονομική  πόλωση της Ε.Ε . Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ανάλογα μεγάλα οικονομικά συστήματα, όπως οι ΗΠΑ η ο Καναδάς έχουν ανάλογους μηχανισμούς, Τέλος το αίτημα της αριστεράς για απευθείας δανεισμό από την Κ.Ε.Τ. κλονίζει την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας και την πολιτική που στηρίζει το «ισχυρό» ευρώ. Έτσι σύμφωνα με δημοσιεύματα του ξένου τύπου αν συμβεί αυτό χωρίς να επιβληθούν αυστηροί όροι  δημοσιονομικής πολιτική από τις Βρυξέλλες  ( δηλαδή ο συνολικός ευτελισμός της εθνικής κυριαρχίας που θα οδηγήσει συνάμα σε μια κοινωνική καταστροφή , ένα κοινωνικό 1922) η αξιοπιστία του ευρώ θα υπονομευθεί και η ισοτιμία του με το δολάριο θα φτάσει στο 1. Ας δούμε πως σε αυτά τα θέματα απαντά ο Θ. Μαριόλης, Επίσης περιμένουμε εμπεριστατωμένη ανάλυση της στρατηγικής για την ανατροπή του συμφώνου σταθερότητας από τους Αλαβάνο-Βεργόπουλο  στο θέατρο  Αλφα σήμερα Δευτέρα στις 7.μμ

Κ. Παπουλής-Γέρος

Εάν όντως αναπτύσσονται έντονες πολώσεις στην ΕΕ, ποιες αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν; Για παράδειγμα, η κατάργηση του ‘Συμφώνου Σταθερότητας’, η οποία θα ενεργοποιούσε το μέσο της δημοσιονομικής πολιτικής; Η συγκρότηση ενός υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος με ενεργό αναδιανεμητικό ρόλο; Ο απευθείας δανεισμός (χωρίς τη μεσολάβηση εμπορικών τραπεζών) των κρατών-μελών από την ΕΚΤ (όπως κάνει π.χ. η FED στις Η.Π.Α. ή η Τράπεζα της Αγγλίας);

Η ερώτηση δεν είναι μόνον εύλογη αλλά και πολύ αποκαλυπτική. Είναι πράγματι αληθές ότι η διαμόρφωση ενός υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος, το οποίο θα λειτουργεί ως αναδιανεμητικός μηχανισμός μεταβιβαστικών πληρωμών και φορολόγησης, από τη μία πλευρά, και θα διαθέτει σημαντικές ανοχές ως προς τη σχετική αυτονομία των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών, από την άλλη πλευρά, εμφανίζεται ως η μοναδική ασφαλιστική δικλείδα του συστήματος. Όμως, το πρόβλημα είναι ότι, ως άμεση συνέπεια του κατά σειρά πρώτου χαρακτηριστικού της ΖΕ (που ανέφερα στα πλαίσια της αρχικής ερώτησής σου), πρώτον, τα αντικειμενικά περιθώρια που διαθέτουν οι εθνικές αρχές των υποβαθμιζόμενων οικονομιών για την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής είναι εξαιρετικά στενά και, δεύτερον, οι  καθαρές μεταβιβάσεις εισοδήματος θα είναι μάλλον σταθερής και απλής κατεύθυνσης, δηλ. προς τις ίδιες πάντοτε οικονομίες και περιφέρειες, τις υποβαθμιζόμενες.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά: οι κρατικές δαπάνες αποτελούν, ας μην το ξεχνάμε αυτό, τμήμα του παραγμένου υπερπροϊόντος, δηλ. του προϊόντος που απομένει μετά την αφαίρεση των φθαρέντων μέσων παραγωγής και των μισθών του ιδιωτικού τομέα από το ΑΕΠ. Άρα, η πραγματοποίηση κρατικών δαπανών ορισμένου ύψους προϋποθέτει την παραγωγή ενός υπερπροϊόντος μεγαλύτερου ύψους (εάν το παραγμένο υπερπροϊόν δεν επαρκεί, τότε απαιτείται η δημιουργία εμπορικού ελλείμματος και, άρα, εξωτερικού χρέους), ενώ συνεπάγεται τη μείωση του ρυθμού αύξησης του επενδεδυμένου κεφαλαίου στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Και κατά κανόνα αυτή η μείωση οδηγεί, αργά ή γρήγορα, στη μείωση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και του κεφαλαίου. Ακόμα, λοιπόν, και αν αγνοήσουμε τα ζητήματα που δημιουργούνται για το δημόσιο έλλειμμα (υποθέτοντας ότι οι δαπάνες χρηματοδοτούνται εξολοκλήρου μέσω φόρων), το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: πώς είναι δυνατόν χώρες που αγωνίζονται να επιβιώσουν στο διεθνή ανταγωνισμό (ακριβώς επειδή έχουν χαμηλότερη παραγωγικότητα) να βασισθούν σε τέτοιες πολιτικές; Βέβαια, έχει αλλιώς το πράγμα όταν το κράτος πραγματοποιεί δαπάνες στην εκπαίδευση, στην κατάρτιση του εργατικού δυναμικού, στην έρευνα-ανάπτυξη και στις υποδομές και, ταυτοχρόνως, προστατεύει, μέσω εμπορικής πολιτικής, και υποβοηθάει, μέσω νομισματικής πολιτικής (σύστημα διαφορικών επιτοκίων), εκείνους, κατά βάση, τους κλάδους οι οποίοι, πρώτον,  εμφανίζουν αυτό που αποκαλείται ‘μακροχρόνιο-δυναμικό συγκριτικό πλεονέκτημα’, δεύτερον, χαρακτηρίζονται από ταχεία τεχνολογική πρόοδο, σημαντική δυνατότητα εκμετάλλευσης των οικονομιών κλίμακας, και παραγωγή διαχυόμενης, στους υπολοίπους τομείς, τεχνολογικής γνώσης και, τρίτον, παράγουν εμπορεύματα με υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα ζήτησης. Διότι οι εν λόγω δαπάνες συμβάλλουν μακροχρόνια στην αύξηση της μέσης παραγωγικότητας, ενώ η εδραίωση των προαναφερθέντων κλάδων οδηγεί την οικονομία σε τροχιά ταχείας μεγέθυνσης. Προφανώς, όμως, αυτό το ‘υπόδειγμα ανάπτυξης’ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από μία χώρα εντός ΟΝΕ. Φυσικά, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί, στο συνολικό επίπεδο, όταν και όποτε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μεταβεί στο λεγόμενο στάδιο της ‘Πλήρους Οικονομικής Ένωσης’, δηλ. της ενιαίας οικονομικής πολιτικής (κατά την εκτίμησή μου, οι κύριες πλευρές του οπωσδήποτε σχεδιάζεται να εφαρμοσθούν, σε συσχετισμό με τα περιθώρια που θα αφήνει το ‘ειδικό βάρος’ της ένωσης στην παγκόσμια οικονομία). Τι θα γίνει, ωστόσο, μέχρι τότε με τις χώρες και τις περιφέρειες που αγωνίζονται να επιβιώσουν;

Περαιτέρω, είχα υποστηρίξει, εδώ και πάνω από μία δεκαετία, ότι το αίτημα περί ‘δημοσιονομικού φεντεραλισμού’ θα αποδειχθεί ουτοπικό, διότι, αυτό είχα γράψει, εκκρεμεί το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα πείθονται οι φορολογούμενοι των ταχύτερα αναπτυσσόμενων οικονομιών να μεταβιβάζουν, συνεχώς, μέρος του εισοδήματός των στις ίδιες πάντοτε (μάλιστα) εθνικές οικονομίες. Θεωρώ ότι, μεταξύ άλλων, η σχετικά πρόσφατη, χωρίς περιστροφές, απόρριψη (Φεβρουάριος 2009), από την πλευρά – κυρίως – της Γερμανίας, της πρότασης έκδοσης ενιαίου ευρωπαϊκού ομολόγου, καθώς και οι αυστηρές συστάσεις, σε φάση διεθνούς ύφεσης (μάλιστα), της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Μάρτιος 2009) προς τις χώρες που εμφανίζουν ‘υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη’, αποτελούν πρακτικές επαληθεύσεις όλης της προηγηθείσας ανάλυσης. Στο σημείο αυτό, όμως, και χωρίς να επιμείνω, καλό θα ήταν, να αναλογισθούμε, τόσο από οικονομική όσο και από πολιτικο-κοινωνική άποψη, τις σχέσεις Βορρά-Νότου στην Ιταλία

Αλλά θα αναφέρω και ορισμένα ευρήματα μίας αδημοσίευτης μελέτης, η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα και εκπονήθηκε, στα πλαίσια της ερευνητικής ομάδας μου (‘Ομάδα Μελέτης Σραφφαϊανών Οικονομικών’), από τον Γιώργο Σώκλη την Ελένη Γκρόζα και εμένα. Εκτιμήσαμε, λοιπόν, τη μεταβλητή-κλειδί του ασφαλιστικού συστήματος, δηλ. το πόσους μη εργαζόμενους δύναται να συντηρήσει, μέσω μεταβιβαστικών πληρωμών (που και αυτές αποτελούν τμήμα του παραγμένου υπερπροϊόντος), κάθε ένας εργαζόμενος και καταλήξαμε στα εξής συγκλονιστικά, θεωρούμε, αποτελέσματα: στην ελληνική οικονομία, και με βάση τον ισχύοντα μέσο μισθό, ένας εργαζόμενος δύναται να συντηρήσει 2.1 μη εργαζόμενους. Εάν στη γερμανική οικονομία ίσχυε (υποθετικά μιλώντας) ο μέσος μισθός της ελληνικής οικονομίας, τότε ο αριθμός θα ήταν 22.2! Για την Ισπανία, ο αντίστοιχος αριθμός θα ήταν 7.9 και για την Φινλανδία θα ήταν 7.1. Αντιστρόφως, εάν σε όλες αυτές τις οικονομίες ίσχυε ο μέσος μισθός της γερμανικής οικονομίας, τότε το υπερπροϊόν θα ήταν αρνητικό και, συνεπώς, το ζήτημα της συντήρησης δεν υφίσταται! Επειδή τα αποτελέσματα εξαρτώνται, βασικά, από τις μέσες παραγωγικότητες της εργασίας και του κεφαλαίου κάθε οικονομίας, υποδεικνύουν, πρώτον, το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στη γερμανική οικονομία και τις υπόλοιπες και, δεύτερον, τη δεινή θέση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία, τόσο από άποψη ανταγωνιστικότητας όσο και από άποψη περιθωρίων κατά την άσκηση κοινωνικής πολιτικής ή, γενικότερα, επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Και να ληφθεί υπόψη ότι το εμπορικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας (όπως και της ισπανικής, αλλά όχι των άλλων δύο οικονομιών) είναι ελλειμματικό, πράγμα που σημαίνει ότι εάν το ισοσκελίζαμε (υποθετικά), θα καταλήγαμε σε ακόμα χειρότερα αποτελέσματα σχετικά με τα περιθώρια της δημοσιονομικής πολιτικής.

Ας περάσουμε, τώρα, στο τελευταίο σκέλος της ερώτησής σου. Σύμφωνα με τις θέσεις των ‘αρχιτεκτόνων’ της ΟΝΕ, η απαγόρευση τόσο της νομισματικής χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων από την ΕΚΤ όσο και της προνομοιακής πρόσβασης των δημοσίων αρχών στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, πρώτον, αποτελούν μέσα υποστήριξης της ενιαίας νομισματικής πολιτικής και, γενικότερα, της πλήρους ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, η οποία έχει ως μοναδικό στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη ΖΕ, δεύτερον, περιορίζουν σημαντικά τη διάχυση των συνεπειών που έχει η άσκηση ακατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής από μία χώρα-μέλος και, τρίτον, συμβάλλουν στην ορθή λειτουργία της ΟΝΕ, διότι ενισχύουν την πειθαρχία που επιβάλλει ο μηχανισμός της αγοράς στη δημοσιονομική πολιτική. Άρα, η εν λόγω απαγόρευση, η οποία πηγάζει άμεσα από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (ας μην το ξεχνάμε και αυτό), συνιστά έναν από τους θεμέλιους λίθους του ευρωπαϊκού ‘οικοδομήματος’. Δεν βλέπω, λοιπόν, πώς θα μπορούσε να αρθεί. Αλλά και δεν βλέπω να μπορεί να λεχθεί ότι οι θέσεις των ‘αρχιτεκτόνων’ της ΟΝΕ είναι ανυπόστατες, δεδομένης της συνολικής διάταξης του ευρωπαϊκού ‘οικοδομήματος’ (ανισόμετρα ανεπτυγμένες εθνικές οικονομίες-ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου και εργασίας-σχετικά αυτόνομες δημοσιονομικές πολιτικές-ενιαία και ανεξάρτητη νομισματική πολιτική) και των θεωρητικών αντιλήψεων (μονεταριστικές) που το διέπουν. Στο ‘Μηνιαίο Δελτίο’ της ΕΚΤ, του Νοεμβρίου 2001, έχει δημοσιευθεί ένα άρθρο με τίτλο ‘Το πλαίσιο άσκησης της οικονομικής πολιτικής  στην ΟΝΕ’, το οποίο εξηγεί με σαφήνεια και πληρότητα τη λογική που διέπει την άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Είναι ένα κείμενο που θα πρέπει να μελετηθεί σε βάθος από όλους όσοι αμφισβητούν με αποσπασματικό ή, ακριβέστερα, σπασμωδικό τρόπο την ΕΕ (μία αντίστοιχη, και εξίσου σημαντική μελέτη, είναι αυτή με τίτλο: ‘Ευρώ: Ένα Νόμισμα για την Ευρώπη’, την οποία εκπόνησαν οι Φ. Χ. Σαχινίδης και Γ. Α. Χαρδούβελης, και κυκλοφόρησε το 1998 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος). Στο ίδιο μήκος κύματος, επέτρεψέ μου την παρέκβαση, βρίσκονται και οι συνεχείς, επικριτικού χαρακτήρα, αναφορές στην ‘ψαλίδα των μισθών’ στην ΕΕ: εάν πάρουμε, ωστόσο, τις εξισώσεις της προπτυχιακής θεωρίας του διεθνούς εμπορίου, εύκολα θα διαπιστώσουμε ότι, δεδομένων των διεθνών διαφορών στις παραγωγικότητες, οι διεθνείς διαφορές στους μισθούς είναι απολύτως αναμενόμενες και οικονομικά δικαιολογημένες (βλ. επιπλέον ότι ανέφερα σχετικά με την μελέτη μας για το λόγο μη εργαζομένων-εργαζομένων).

Για να απαντηθεί, όμως, το ερώτημά σου στην ουσία του, θα πρέπει να προσδιορίσουμε τους πραγματικούς λόγους δημιουργίας της ΟΝΕ και τους αντίστοιχους στόχους της. Μήπως αυτοί είναι, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 2 της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ‘η αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Κοινότητας, η σταθερή και διαρκής, μη πληθωριστική και σεβόμενη το περιβάλλον ανάπτυξη, ένας υψηλός βαθμός σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων, ένα υψηλό επίπεδο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής, η οικονομική και κοινωνική συνοχή και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών’; Στη βάση των αρχών της σραφφαϊανής, μετα-κεϋνσιανής και μαρξιστικής θεωρίας έχω προσπαθήσει να δείξω όχι μόνον ότι αυτοί δεν μπορεί να είναι οι στόχοι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά και ότι, εάν θέλουμε να μιλήσουμε αυστηρά, πρόκειται για λέξεις που στερούνται, στα πλαίσια εθνικών κοινωνιών της αγοράς, συγκεκριμένου-πραγματικού περιεχομένου. Ο σχηματισμός μίας οικονομικά και νομισματικά ολοκληρωμένης υπερεθνικής ένωσης στον ευρωπαϊκό χώρο συνιστά σύμπτωμα και, ταυτοχρόνως, ρεαλιστική στρατηγική τοπικής διαχείρισης και, περαιτέρω, υπέρβασης της γενικής κρίσης αναπαραγωγής, η οποία χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Προασπίζει, είναι προφανές αλλά ας το πω, τα συμφέροντα των ηγεμονικών δυνάμεων (χωρών και τάξεων) της Ευρώπης (έναντι των διεθνών και των εθνικών ανταγωνιστών) και στοχεύει στη σταθερή συμπίεση του συνολικού κόστους αναπαραγωγής του υποκειμενικού (και, σε τελική ανάλυση, μοναδικού) παράγοντα της παραγωγής, δηλ. της εργασιακής δύναμης, και, έτσι, στην εκ νέου διαμόρφωση των όρων που απαιτούνται για την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος, ως οικονομική, ιδεολογική και δικαιο-πολιτική δομή. Η εν λόγω συμπίεση δεν επιδιώκεται μέσω ενός ‘κλασικού’ προγράμματος λιτότητας (πράγμα που θα αποδεικνυόταν ανεπαρκές), αλλά με την πλήρη αναδιάρθρωση της σύνολης διαδικασίας αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Από εδώ προέρχονται, λοιπόν, οι συνεχείς ‘μεταρρυθμίσεις’ στο εκπαιδευτικό, εργασιακό και ασφαλιστικό σύστημα και, γενικά, το εγχείρημα σύστασης μίας ‘απελευθερωμένης, ευέλικτης και ευρωπαϊκά ενιαίας αγοράς εργασίας’.

Αυτό το τελευταίο είναι κομβικό: δεδομένης της ανομοιογένειας των παραγωγικών δομών των χωρών-μελών, η σύσταση ‘απελευθερωμένης, ευέλικτης και ενιαίας αγοράς εργασίας’ προάγει την ευστάθεια της ένωσης στο συνολικό, μακροοικονομικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, όμως, και δεδομένης της ύπαρξης μίας ‘απελευθερωμένης, ευέλικτης και ενιαίας αγοράς κεφαλαίου’, υπαγάγει τον ανταγωνισμό στα απόλυτα πλεονεκτήματα παραγωγικότητας εργασίας και κεφαλαίου και, έτσι, σύμφωνα με τα όσα έχω ήδη πει, επιτείνει την ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της ΖΕ. Κατά την άποψή μου, αυτή η ‘εξίσωση’ δεν επιλύεται, αυτός ο φαύλος κύκλος δεν σπάει.

Εν κατακλείδι, γύρω από οποιοδήποτε ζήτημα, ο καθένας μπορεί να κάνει εποικοδομητικές προτάσεις, αλλά το πρωταρχικό είναι να μην βρίσκεται εκτός θέματος. Η γνωστή ρήση ‘συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης’ είναι πάντα καλός οδηγός. Όσον αφορά ειδικά στην ΟΝΕ, οι βασικοί συντελεστές της θα ήταν οπωσδήποτε δεκτικοί σε τεκμηριωμένες προτάσεις σχετικές με το κύριο πρόβλημα που – χωρίς να έχει ποτέ λεχθεί καθαρά – τους ταλανίζει, το οποίο σκιαγράφησα στα αμέσως προηγούμενα, και αδιάφοροι σε προτάσεις άσχετες με αυτό. Ή, για να το πω αλλιώς, οι βασικοί συντελεστές της ΟΝΕ  γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν, καθώς επίσης και όλες τις διδαχές και εργαλεία της οικονομικής (και όχι μόνον) επιστήμης, σε όλες ανεξαιρέτως τις επιμέρους θεωρητικές εκδοχές της (συμπεριλαμβανομένων και των πιο ‘αιρετικών’). Τέλος, να συμπληρώσω ότι στο προαναφερθέν άρθρο του ‘Μηνιαίου Δελτίου’ της ΕΚΤ επισημαίνεται ότι το υφιστάμενο πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής είναι ανοικτό σε ‘πρακτικές βελτιώσεις, καθώς θα συσσωρεύεται εμπειρία’. Υπό την πίεση των εξελίξεων, τις οποίες δρομολογεί η τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση, είναι απολύτως δυνατόν, επομένως, να συντελεσθούν ορισμένες ‘πρακτικές βελτιώσεις’. Αυτές, όμως, δεν θα θίξουν τη γενική λογική του πλαισίου. Εάν συμβεί το αντίθετο, τότε θα έχουμε να κάνουμε με μία συστημική μεταβολή και θα πρέπει, λοιπόν, να ξανασυζητήσουμε.

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η geros λέει:

    Για να μην υπάρχει παρεξήγηση: Ο δανεισμός απο την ΕΚΤ η μια άλλη λύση απαγορεύεται απο το «σύστημα»-«ισχυρό»- Ευρώ οταν διαμορφώνει διαφορετικές δημοσιονομικές πολιτικές, που αποσταθεροποιόυν την ενιαία νομισματική πολιτιή, την σταθερότητα των τιμών κλπ Οταν ομως η δημοσιονομική πολιτική καθορίζεται πλήρως στην αποικία-νότος-Ελλάδα απο την μητρόπολη-Βερολίνο και παραμένει περιοριστική, τότε δεν υπάρχει κανένα ζήτημα. Αυτό ακριβώς το πείραμα θα γίνει στην Ελλάδα.

  2. Ο/Η geros λέει:

    Αν πάμε λίγο παρακάτω, μετά και τις χθεσινές προτάσεις Βεργόπουλου για «αλλαγές» στο σύμφωνο σταθερότητας και γίνουν συστημικές μεταβολές που ετσι τις χαρακτηρίζει και ο αρθρογράφος . Αν δεχτούμε δηλαδή ανεξάρτητες δημοσιονομικές πολιτικές και μεταβιβαστικές πληρωμές σταθερής κατεύθυνσης απο τον Βορρά στον Νότο, τότε τι επιπτώσεις θα εχει αυτη η νέα μη συστημική κατάσταση στο κοινό νόμισμα;

  3. Ο/Η geros λέει:

    H σχέση 1/22,2 σε σχέση με την σχέση 1/2,1 που αναφέρεται παραπάνω κάνει μια αναλογία ανάμεσα στην Ελλάδα με την Γερμανία 1/10. Ομολογώ οτι οταν το πρωτοδιάβασα-σε αλλο κείμενο του αρθρογράφου- ένοιωσα αμηχανία…Ομως αν συνδυάσουμε οτι η Γερμανία εχει τις ιδιες εξαγωγές με την ΚΙΝΑ με τάξη πληθυσμιακή 1 προς 17, καταλαβαίνουμε το οικονομικό μέγεθος της Γερμανίας, την εντονη ασυμετρία της ευρωζώνης και τις τεράστιες διαφορές στις ευρωπαϊκές οικονομίες, που ομως βρίσκονται κάτω απο το «κοινό» νόμισμα και υπακούουν στις ιδιες νομισματικές και-εκτός ζώνης- εμπορικές και συναλλαγματικές πολιτικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s