Κυριαρχία και οικονομικά μέτρα (του Δ. Μπελαντή)

Posted: 18/03/2010 by Γιάννης Χ. in Παρεμβάσεις
Ετικέτες:

 

Κυριαρχία και οικονομικά μέτρα

           Η λήψη των πρόσφατων σκληρών και κοινωνικά αμείλικτων  οικονομικών μέτρων από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ συνδέθηκε σαφώς με ένα καθεστώς επιτήρησης από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης : την Επιτροπή αλλά και τα Συμβούλια Υπουργών όπως το Ecofin, το Eurogroup  κλπ.  Υπήρξε μια ολόκληρη διελκυστίνδα επαφών ανάμεσα στην κυβέρνηση και τα όργανα και τους παράγοντες της Ε.Ε., η οποία και κατέληξε μετά από διαπραγματεύσεις στην επιβολή των συγκεκριμένων μέτρων.  Σύμφωνα με αυτήν την διελκυστίνδα και τη λογική των παραγόντων της  η Ελλάδα έχοντας υψηλό εξωτερικό χρέος ως προς το ΑΕΠ   αλλά και  μεγάλο  έλλειμμα εσόδων/ χρεών    έχει παραβιάσει τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και οφείλει να «εξυγιανθεί» προκειμένου να λειτουργεί στα πλαίσια των κανόνων της Ευρωζώνης. 

     Το δικαιολογητικό σχήμα της κυβέρνησης έγκειται στο ότι αν δεν δεχόμασταν την λήψη αυτών των μέτρων ή αν δεν δεχθούμε στο μέλλον και νέα παρτίδα μέτρων που ίσως μας «ζητηθούν» δεν θα μπορέσουμε ούτε δημοσιονομικά να εξυγιανθούμε αλλά ούτε και να γλυτώσουμε   από τους «κερδοσκόπους» . Εδώ, η κυβέρνηση , παρά την προπαγανδιστική χρήση του όρου «κερδοσκόποι», δεν εννοεί παρά το ότι οι όροι δανεισμού του Ελληνικού  Δημοσίου είναι επαχθείς και ότι πρέπει να μας δανείσει η ΕΕ με χαμηλό επιτόκιο ή να εγγυηθεί τον δανεισμό μας από τρίτους με χαμηλό επιτόκιο. 

    Τίθεται, όμως, το ερώτημα : είναι η λήψη αυτών των μέτρων επιλογή της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης ή είναι μια απολύτως εξωτερική επιβολή από το κέντρο των Βρυξελλών ; Και αν ισχύει το τελευταίο, μήπως οδηγούμαστε σε έναν πλήρη αφανισμό της εθνικής μας κυριαρχίας ;

 1.      Το Σύμφωνο Σταθερότητας και τα όρια της  « εθνικής κυριαρχίας»

    Θα υποστηρίξουμε τη θέση ότι η  τρέχουσα συμβάδιση με το «Σύμφωνο Σταθερότητας» περιέχει μεν έναν ριζικό περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας αλλά όχι την πλήρη άρση της . Η θέση περί της μη ύπαρξης περιορισμών είναι ανεδαφική. Η θέση περί του άρσης της κυριαρχίας  οδηγεί σε μια απολογητική της αστικής τάξης, ότι δήθεν αυτή δεν κυβερνά στη χώρα μας αλλά είναι απλός αποδέκτης μιας πολιτικής που χαράσσεται στο κέντρο των Βρυξελλών ερήμην της .

    Ήδη από την εποχή της περίφημης  Συμφωνίας του Μάαστριχτ (1991)- για . την ψήφιση της οποίας πρέπει κάποτε να απολογηθούν όσοι την ψήφισαν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο , μεταξύ των οποίων και ο «Συνασπισμός»- η λογική της ευρωζώνης και του ευρώ συνιστά έναν μείζονα περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας και των αρμοδιοτήτων του «έθνους-κράτους». Το εθνικό κράτος στερείται της αυτονομίας του στη χάραξη οικονομικής πολιτικής και των σημαντικών δημοσιονομικών του εργαλείων ( υποτίμηση νομίσματος  κλπ). Έτσι, σε περιόδους κρίσης ή πρέπει να κάνει «δημιουργική λογιστική» ή πρέπει να απευθυνθεί στα όργανα της Ε.Ε. για τη διάσωσή του.   

    Όμως , αυτός ο βαρύς περιορισμός της εξουσίας του «εθνικού κράτους» αποτελεί επιλογή  και συμβολαιακή παραχώρηση της άρχουσας τάξης προκειμένου  να ενταχθεί στο πλαίσιο της «περιφερειοποίησης» και της διεθνοποίησης του κεφαλαίου («παγκοσμιοποίησης). Η επιλογή αυτή έχει δυο διαστάσεις α) μια καθαρά οικονομικοπολιτική , την ένταξη σε μια οικογένεια «ισχυρών παικτών» και β) μια κοινωνικοταξική .Είναι αυτό που λέγεται ότι αν δεν υπήρχε η ΟΝΕ, η άρχουσα τάξη θα έπρεπε να την εφεύρει. Χάρη στην ΟΝΕ η ελληνική αστική τάξη (αλλά και κάθε άλλη αστική τάξη στην ευρωζώνη) αντλεί κρίσιμα επιχειρήματα για την άσκηση μιας  αμείλικτης «αναδιαρθρωτικής»- νεοφιλελεύθερης  πολιτικής . Προχωρά έτσι στην αποδόμηση των  κοινωνικών κατακτήσεων και στην διαρκή και επιδεινούμενη λιτότητα για τη μισθωτή εργασία . Συνεπώς, η άρχουσα τάξη δεν αίρει την «κυριαρχία» του εθνικού της κράτους αλλά συμβάλλεται για τον σημαντικό περιορισμό της αποκτώντας έτσι σαφή και στέρεα  στρατηγικά και ταξικά πλεονεκτήματα έναντι της μισθωτής εργασίας.

    Πλην όμως, η δυνατότητα κάθε αστικής τάξης της ευρωζώνης να ελίσσεται και να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της τρέχουσας οικονομικής κρίσης αλλά και εν γένει της δικής της οικονομικής πολιτικής δεν είναι η ίδια αλλά εξαρτάται από τον δυναμισμό αυτής της αστικής τάξης και την θέση της στην ιμπεριαλιστική αλυσσίδα.  Ας μην ξεχνάμε ότι η Γερμανία έχει παίξει στο πολλαπλάσιο από την Ελλάδα παιχνίδια δημιουργικής λογιστικής αλλά δεν έχει υποστεί καμία συνέπεια. Ή ότι η Ισπανία και η Ιταλία είναι κοντά στην θέση «στριμώγματος» της Ελλάδας αλλά έχουν (ακόμη ; ) μια αρκετά διαφορετική αντιμετώπιση.  Συνεπώς, τα αποτελέσματα της κρίσης αλλά και της ίδιας της λειτουργίας της Ευρωζώνης βιώνονται  έντονα διαβαθμισμένα από τα εθνικά καπιταλιστικά κράτη. . Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι περιορισμοί της εθνικής κυριαρχίας να βιώνονται πολύ εντονότερα από τα λιγότερο ισχυρά καπιταλιστικά κράτη και αυτό να δημιουργεί ένα βαθμό ανισομέρειας ή και εξάρτησης (με πολιτική έννοια) από τα μεγαλύτερα (ιδίως τον γαλλογερμανικό άξονα) μέσα στις συνθήκες της κρίσης. .Μάλιστα, η ατελής μορφή της ΕΕ και η μη πολιτική της συγκρότηση ισχυροποιεί ακόμη περισσότερο αυτήν την ανισομέρεια/ εξάρτηση, αφού όλα τα όργανα της ΕΕ είναι διακυβερνητικά και δεν έχουν καμία νομιμοποίηση από τον «λαό» της Ευρώπης.

    Είναι, τέλος, προφανές ότι σε συνθήκες όξυνσης της οικονομικής κρίσης αλλά και παραμόρφωσης των δεδομένων της υπό το φως του Συμφώνου Σταθερότητας θα ήταν πολύ προτιμότερη για την Αριστερά και τα λαϊκά στρώματα και τάξεις  η ανάκτηση των εργαλείων δημοσιονομικής πολιτικής από το ελληνικό κράτος. Αυτό θα συνεπαγόταν, πάντως, όχι μόνο την καταγγελία του Συμφώνου Σταθερότητας (Αυτό θα ήταν μια αρχή) αλλά και μια πορεία απεμπλοκής της Ελλάδας από τα όρια και τους περιορισμούς της ευρωζώνης.  

Όμως, μια τέτοια στρατηγική προϋποθέτει μια Αριστερά με πρόγραμμα και κοινωνικό δυναμισμό κατά πολύ υπέρτερο της υπαρκτής ελληνικής Αριστεράς, αν και δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι και οι οξείες συνθήκες τροποποιούν συχνά τους όρους ύπαρξης και δράσης αυτής της ίδιας της Αριστεράς. 

  

2.      Το Σύμφωνο Σταθερότητας  και η λαϊκή κυριαρχία

 Αν τα πράγματα εμπεριέχουν κάποιες αντιφάσεις όσον αφορά την έννοια και τους περιορισμούς της «εθνικής κυριαρχίας» , είναι πολύ σαφέστερα στο πεδίο της λαϊκής κυριαρχίας, της λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας στην Ελλάδα αλλά και γενικότερα. 

     Οι πολιτικές  εξελίξεις σχετικά με τη λήψη των οικονομικών μέτρων δείχνουν όλο και καθαρότερα την έκπτωση της δημοκρατίας και την στεγανότητα του κράτους έναντι του λαϊκού παράγοντα . Το ΠΑΣΟΚ παίρνει τις εκλογές της 4-10-09 με πλαίσιο τον νεοκεϋνσιανισμό και την απόκρουση των μέτρων Καραμανλή και μετά υιοθετεί πολύ σκληρότερα μέτρα στο όνομα της «εθνικής χρεωκοπίας» . Η λήψη των μέτρων επιβεβαιώνει ακόμη μια φορά με ένταση ότι δεν βρισκόμαστε στο έδαφος  της κλασσικής αστικής δημοκρατίας και ιδίως αυτής των «τριάντα χρυσών ετών» (1945-1975) αλλά στο έδαφος της «Μεταδημοκρατίας» (Colin Crouch, ελληνική  έκδοση   Εκκρεμές 2006). . Σε αυτό το έδαφος όλα τα κυρίαρχα κόμματα έχουν με αποχρώσεις μια νεοφιλελεύθερη στρατηγική και αποκρούουν την συμπερίληψη του λαϊκού κοινωνικού στίγματος και των αναγκών του στην χάραξη της πολιτικής τους.

Επίσης, αποθαρρύνουν την κοινωνική συμμετοχή  και αποτελούν για άλλη μ ια φορά κόμματα μιας τεχνοκρατικής ελίτ  με κορπορατίστικες μόνον και επιφανειακές συνδέσεις με τον κοινωνικό κορμό.

      Είναι εμφανής η ανησυχία όλων των παραγόντων της «υπόθεσης Μέτρα» να προλάβουν την εκδήλωση και τη δράση του λαϊκού παράγοντα και των κυριαρχούμενων τάξεων. Από την αγωνία του Πρωθυπουργού και τις υποσχέσεις και για «αναπτυξιακά μέτρα» , από την ιδεολογική τρομοκρατία της προσφυγής στον Μπαμπούλα –Δ.Ν.Τ. έως το άρθρο του Α.Παπαχελά στην «Καθημερινή» της Κυριακής 14-3-2010  για την επερχόμενη κοινωνική βία και την ανάγκη αυτή να ελεγχθεί προληπτικά, έως τις επιθέσεις του Πάγκαλου στον ΣΥΡΙΖΑ ότι εκτρέφει την βία και την αναρχία.  Αυτό που φοβούνται οι ντόπιοι και ξένοι αστοί παράγοντες είναι όχι απλώς το ξέσπασμα της αγανάκτησης αλλά τη συνειδητοποίηση του τέλους της «θεσμικής λαϊκής κυριαρχίας» και , άρα, την ανάδυση του λαϊκού/κοινωνικού παράγοντα πρωτίστως στο αθέσμητο πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού. . Φαινόμενα  όπως «αριστεροί αμφισβητίες» του ΠΑΣΟΚ ή η ίδια η εκφορά ενός λαϊκιστικού λόγου από τον Α. Σαμαρά και την Ν.Δ.  αποτελούν απόδειξη της αντίφασης , εν μέρει εκφράσεις αντιστάσεων  αλλά και  εν μέρει στρατηγικές αφομοίωσης και «εξημέρωσης» του κινδύνου του «εχθρού-λαού».

 

   Με αυτήν την έννοια, η υπόθεση «Μέτρα» , πέρα από την τομή που εισάγει στις ταξικές στρατηγικές από την Μεταπολίτευση και μετά και τα όρια που διαρρηγνύει, είναι και ενδεικτική των ισχυρών τάσεων καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, ο οποίος ηγεμονεύει πια σε μεγάλο βαθμό υπό το άδειο κέλυφος μιας απολύτως κολοβής συνταγματικής και κοινοβουλευτικής έννομης τάξης. 

              ————————————

Δημήτρης Μπελαντής

Μάρτιος 2010

Σχόλια
  1. Ο/Η κ.κ. λέει:

    Προς επιβεβαίωση του προληπτικού ελέγχου – καταστολής έναντι της πιθανότατα επερχόμενης δυναμικής κοινωνικής διαμαρτυρίας, στην πορεία της ΑΔΕΔΥ κ.λ.π. το απόγευμα της Τρίτης 16 Μαρτίου,την οποία υπολογίζω σε μερικές χιλιάδες, ίσως 8.000-9.000, τα Ματ χτύπησαν με χημικά εν ψυχρώ στο σώμα των διαδηλωτών, πολύ κοντά στην κεφαλή της πορείας, μπροστά από τη Βουλή των Ελλήνων, ενώ ο κόσμος καθόλου δεν υποχώρησε και τους γιουχάισε μαζικά φωνάζοντας «η τρομοκρατία δεν θα περάσει»!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s