Η εμπειρία της Αργεντινής

Posted: 07/05/2010 by Γιάννης Χ. in Κρίση-Οικονομία
Ετικέτες: ,

Αναδημοσίευση (του Πάνου Πικραμένου)

Η Αργεντινή υπήρξε το «παιδί θαύμα» της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ορθοδοξίας. Ο περονιστής πρόεδρος, Κάρλος Μένεμ, κατά τη δεκαετή θητεία του 1989-1999, ακολουθώντας πιστά την πολιτική του Ρήγκαν και της Θάτσερ, ιδιωτικοποίησε πάνω από 400 κρατικές επιχειρήσεις.

Βιομηχανίες, χαλυβουργίες, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, συγκοινωνίες, επικοινωνίες, εκποιήθηκαν αντί χαμηλού τιμήματος, συχνά σε τιμές χαμηλότερες της αξίας τους. Οι προστατευτικοί φραγμοί είχαν καταργηθεί, η εργασιακή νομοθεσία είχε προσαρμοστεί στις νεοφιλελεύθερες επιταγές και το πέζος είχε συνδεθεί με το δολάριο σε μία σταθερή ισοτιμία της τάξης ένα προς ένα. Μάλιστα υπήρχαν σοβαρές σκέψεις για την αντικατάσταση του εθνικού νομίσματος με το δολάριο.

Ο ίδιος ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας χαρακτήριζε την Αργεντινή ως «οικονομικό θαύμα», ο Μενέμ δεχόταν τα συγχαρητήρια Αμερικανών προέδρων και οικονομικών παραγόντων και όλοι βιάστηκαν να μιλήσουν για μία «αναδυόμενη οικονομία».

Οι ιδιωτικοποιήσεις, όμως, προκάλεσαν την εξάρτηση ολόκληρων κλάδων της οικονομίας της Αργεντινής από οικονομικά κέντρα εκτός χώρας, γεγονός που την κατέστησε εξαιρετικά ευάλωτη, στην κερδοσκοπία και στη «μετανάστευση» των κεφαλαίων.

Η ισχυρή μεσαία τάξη της Αργεντινής, που αποτελούσε τη «ραχοκοκαλιά» της κοινωνίας και της οικονομίας της, σταδιακά διαλύθηκε προς όφελος μίας ολιγάριθμης διεφθαρμένης οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Το 60% του πληθυσμού σε μία δεκαετία βρέθηκε κάτω από το όριο της φτώχειας με το 55% των εργαζομένων να είναι ανασφάλιστοι. Ο πρόεδρος Κάρλος Μένεμ ήταν ιδιαίτερα επικοινωνιακός, με… σήμα κατατεθέν τις πλούσιες φαβορίτες του!
Παράλληλα, οι διεθνείς επενδυτικές τράπεζες διοχέτευαν άφθονο χρήμα, το οποίο οι πολιτικοί χρησιμοποιούσαν για να εξυπηρετήσουν το πελατειακό πολιτικό σύστημα, χωρίς, όμως, να λαμβάνουν υπ´ όψη τους την αύξηση του ελλείμματος και του χρέους.

Η διόγκωση του δημοσίου τομέα, η διαφθορά και η φοροδιαφυγή απεδείχθησαν, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, καρκινώματα για την οικονομία.

Ο πληθωρισμός καταδυνάστευε τη χώρα, οι τιμές, μήνα με το μήνα, αυξάνονταν ραγδαία και οι πολίτες έβλεπαν, ανήμποροι να αντιδράσουν, το νόμισμά τους να χάνει καθημερινά την αξία του.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, το χρέος της Αργεντινής ανήλθε στο 41% από 29% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, μεταξύ 1993 και 1998.

Η κρίση στη Βραζιλία και η άνοδος του δολαρίου

Το 1997, η γειτονική Βραζιλία βρέθηκε σε βαθιά κρίση, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την υποτίμηση του βραζιλιάνικου νομίσματος κατά 50% της αρχικής του αξίας. Οι εξαγωγές της Αργεντινής προς τη Βραζιλία εκμηδενίστηκαν, ενώ αυξήθηκαν κατακόρυφα οι εισαγωγές.

Παράλληλα, η άνοδος της τιμής του δολαρίου, με το οποίο ήταν συνδεδεμένο το αργεντίνικο νόμισμα, κατέστησε τα προϊόντα της Αργεντινής μη ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές, πλήττοντας θανάσιμα κάθε κλάδο παραγωγικής δραστηριότητας.

Το 1998, η Αργεντινή είχε φτάσει να δανείζεται από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές με επιτόκιο 10,5% και αναγκαστικά κατέφυγε για πρώτη φορά στο ΔΝΤ, ώστε να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της.

Το μόνο που κατάφερε, όμως, ήταν να αναβάλει για τρία χρόνια την οριστική στάση πληρωμών και τη χρεοκοπία.

Την ίδια περίοδο, οι επενδυτικές τράπεζες συνέχιζαν να προωθούν το χρέος της χώρας στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, με ακόμα υψηλότερες αποδόσεις. Προώθησαν ένα Debt Swap (ανταλλαγή χρέους), όπου οι ιδιοκτήτες ομολόγων αποκτούσαν το δικαίωμα να πάρουν νέα ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας με ευνοϊκότερους όρους. Το σκεπτικό ήταν να μεταφερθεί η εξόφληση του χρέους από το 2001 στο 2005. Πράγματι, 30 δισ. δολάρια άλλαξαν διάρκεια ζωής και επτά επενδυτικές τράπεζες εισέπραξαν 100 εκατ. δολάρια σε προμήθειες.

Όμως, μέσα σε μερικές μόλις εβδομάδες, η Αργεντινή κατέληξε ξανά χωρίς χρήματα, γιατί οι αγορές δεν πείστηκαν για την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής της. Η κυβέρνηση αναγκαστικά κατέφυγε σε ένα δεύτερο δάνειο από το ΔΝΤ. Λίγους μήνες αργότερα, κήρυξε πτώχευση.

Το ξέσπασμα της λαϊκής οργής

Στα τέλη του 2001, η κρίση οδήγησε την κοινωνία σε σημείο ανάφλεξης. Το ξέσπασμα ήλθε, όταν ο κεντροαριστερός ντε λα Ρούα, πνευματικό τέκνο των Τόνι Μπλερ και Μπιλ Κλίντον, απαγόρευσε την ανάληψη μετρητών από τις τράπεζες, πέραν του ποσού των 250 δολαρίων το μήνα.

Εργάτες, υπάλληλοι και αγρότες μάχονταν στους δρόμους της Αργεντινής και ο Ντε λα Ρούα πρόλαβε να διαφύγει με ελικόπτερο από την ταράτσα του προεδρικού μεγάρου, για να γλυτώσει από την οργή του όχλου.

Ο νέος πρόεδρος, Νέστορ Κίρτσνερ, έκανε στάση πληρωμών και δεν αναγνώρισε το χρέος. Δεν συμπεριέλαβε ούτε ένα νεοφιλελεύθερο οικονομολόγο στο επιτελείο του και απαίτησε από τους δανειστές και το ΔΝΤ τη διαγραφή του.

Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, οι δανειστές και το ΔΝΤ διέγραψαν το 75% της οφειλής και δέχθηκαν την αποπληρωμή των υπολοίπων με προνομιακούς όρους.

Οι τόκοι των ληξιπρόθεσμων δανείων δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ από την Αργεντινή, παρά το ότι αρχικά είχε συμφωνήσει να τους πληρώσει.

.

«Μemoria del Saqueo»

Η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική έχει οδηγήσει εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια και την ανεργία. Ενώ οι κυβερνήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, οι καταθέσεις των πολιτών στις τράπεζες δεσμεύονται και η οργή του λαού ξεσπάει.

Το δημόσιο χρέος, όμως, δεν ήταν κάτι άγνωστο για την Αργεντινή. Η χώρα εξαρτάται από το διεθνή δανεισμό εδώ και δεκαετίες. Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει μία ιδιαίτερη εξάρτηση από το διεθνή παράγοντα και έχει δημιουργήσει ολόκληρες τάξεις γραφειοκρατών.

Στις ΗΠΑ, μετά την ήττα στο Βιετνάμ, επικρατούν οι συντηρητικοί. Στην προεδρία βρίσκεται ο Ρ. Ρήγκαν και στην πρωθυπουργία της Βρετανίας η Μάργκαρετ Θάτσερ. Η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού έχει αρχίσει.

Ο πρόεδρος Μένεμ έχει αφήσει τους δανειστές να επιβάλλουν τους όρους τους, ενώ το Κογκρέσο δεν αμφισβήτησε ποτέ τους ληστρικούς όρους του δανεισμού. Ενώ έχει αρχίσει η συζήτηση για τη νομιμότητα ή μη του χρέους, αυτό εξακολουθεί να διογκώνεται, παράλληλα με την εξαθλίωση μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού, στην οποία οδηγεί η ανεργία.

Είναι η εποχή που μεσουρανεί η θεωρία του «Τέλους της Ιστορίας». Στην Αργεντινή επανεκλέγεται ο λαϊκιστής Κ. Μένεμ. Παρά τα μεγάλα λόγια και τις υποσχέσεις, ακολουθεί τη νεοφιλελεύθερη πολιτική των συντηρητικών και επιβάλλει υποταγή στο παγκοσμιοποιημένο μοντέλο. Οι πολιτικές του υπαγορεύονται από την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Όμως, παρά την επικοινωνιακή καμπάνια του, στο λαό εδραιώνεται όλο και περισσότερο η πεποίθηση ότι προδίδει τους ψηφοφόρους και την πατρίδα.

Η διαφθορά και η υποταγή στο διεθνή παράγοντα γίνονται χαρακτηριστικά του πολιτικού κόσμου της Αργεντινής. Σε αυτό το κλίμα, προχωρούν οι ιδιωτικοποιήσεις. Ο δημόσιος πλούτος της χώρας εκποιείται αντί πινακίου φακής, σε ξένα κεφάλαια και εταιρείες. Η κατάσταση αυτή παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως «προσαρμογή» στις ανάγκες της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και ως «εκσυγχρονισμός» του οικονομικού συστήματος.

Όσοι αντιδρούν σε αυτή την κατάσταση, μιλούν για λεηλασία, μίζες και διαφθορά. Ενώ όλοι βλέπουν πού οδηγείται η χώρα, ο πολιτικός κόσμος, υποταγμένος μέσω της κομματικής πειθαρχίας, δεν αντιδρά. Η Αργεντινή, μία χώρα που εξήγαγε ακόμη και βιομηχανικά προϊόντα, δεν παράγει πια τίποτε. Ζει με δανεικά και εισαγωγές προϊόντων.

Οι πολίτες της Αργεντινής, ανήμποροι να αντιδράσουν, βυθίζονται στη φτώχεια. Ωστόσο, η κυβέρνηση σε μία νεοφιλελεύθερη φρενίτιδα εξακολουθεί να εκποιεί τις δημόσιες επιχειρήσεις με σύνθημα: «Τίποτε από αυτά που ανήκει στο κράτος, δεν θα μείνει στα χέρια του». Οι αγοραστές απαιτούν 150.000 απολύσεις, πράγμα που υπάκουα αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει η κυβέρνηση.

Οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν σχεδιαστεί προς όφελος των αγοραστών, οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται, έχουν χρηματοδοτήσει τις προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων. Η ανεργία αυξάνεται ραγδαία και πλήττει την κοινωνία της Αργεντινής. Η εργασιακή νομοθεσία αναθεωρείται προς όφελος των εργοδοτών, οι απολύσεις απελευθερώνονται, ενώ οι εργαζόμενοι τρομοκρατημένοι παρακολουθούν ανήμποροι να αντιδράσουν.

Από το 1996, η κοινωνία της Αργεντινής βρίσκεται σε κατάσταση αναβρασμού. Οι απεργίες και τα επεισόδια είναι συχνό φαινόμενο, ενώ σημειώνονται και οι πρώτες εξεγέρσεις. Ωστόσο, η ελίτ της εξουσίας, βυθισμένη στη διαφθορά και την εξάρτηση από το διεθνή παράγοντα, εθελοτυφλεί. Η Δικαιοσύνη και τα ΜΜΕ εμφανίζονται ενσωματωμένα σε αυτό το σύστημα, που αποκτά ολοένα και περισσότερα μαφιόζικα χαρακτηριστικά.

Ο διεφθαρμένος πολιτικός κόσμος της Αργεντινής εμπλέκεται σε τεράστια σκάνδαλα, που αρχίζουν να έρχονται στο φως της δημοσιότητας. Πολλά από αυτά έχουν να κάνουν με λαθρεμπόριο παντός είδους, ακόμη και όπλων, χρυσού και ναρκωτικών.

Η Δικαιοσύνη αποδεικνύει ότι δεν είναι τυφλή και προκαλεί αγανάκτηση με τις σκανδαλώδεις αποφάσεις της. Η κοινωνία βρίσκεται στο έλεος παντός είδους συμμοριών και οργανωμένων συμφερόντων, που δρουν με την ανοχή των πολιτικών και της Αστυνομίας, που εμπλέκεται και η ίδια σε αρκετά σκάνδαλα.

Σε αυτό το κλίμα σήψης και παρακμής, η Αργεντινή προσφεύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στις 20 Δεκεμβρίου 2001, η λαϊκή οργή ξεσπάει. Το τίμημα της νίκης της Αργεντινής ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση είναι 34 νεκροί.

Σχόλια
  1. Ο/Η Γ.Π. λέει:

    Αναδημοσίευση απο το tvxs

    «Στάση πληρωμών επιτέλους!», του Σπύρου Μαρκέτου
    03:00 – Πέμ 01/01/1970, tvxsteam

    Η συμφωνία κυβέρνησης και Ευρωπαϊκής Επιτροπής ψηφίστηκε καταρχήν από τη βουλή, αλλά δεν δίνει λύση. Οι επαΐοντες δεν έχουν αμφιβολία γι’ αυτό, ούτε και οι ‘αγορές’ άλλωστε, που ανεβάζουν ακατάπαυστα τα σπρεντ. «Είναι μια λύση για το τραπεζικό σύστημα», επισημαίνει ένας ξένος σχολιαστής, «όχι για τα προβλήματα της Ελλάδας. Πράγμα που δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά εγώ τουλάχιστον δεν καταλαβαίνω γιατί θα έπρεπε κυρίως η Ελλάδα να πληρώσει τον λογαριασμό μιας τέτοιας λύσης. Θα ήταν τεράστια ντροπή, αν η Ελλάδα αναγκαζόταν τώρα να βασανιστεί, και σε δυο ή τρία χρόνια κατέληγε σε χειρότερη θέση απ’ ό,τι σήμερα. Να υποφέρεις για κάποιον τελικά επωφελή σκοπό είναι αρκετά δύσκολο• να υποφέρεις χωρίς καμιά προοπτική βελτίωσης είναι κάτι άλλο, και οι έλληνες ή οποιοσδήποτε άλλος ολότελα δίκαια θα το απέρριπταν».
    Μοιραίο λάθος της συμφωνίας, ότι δεν προβλέπει αναδόμηση του χρέους, τονίζει ένας βρετανός χρηματιστής. «Χωρίς αυτήν, απλούστατα δεν υπάρχει η παραμικρή προοπτική να επιστρέψει η ρευστότητα στην Ελλάδα».1 Ούτε δίνεται απάντηση στο ερώτημα, πώς θα καταφέρει η Ελλάδα να ξεπληρώσει όλα αυτά τα νέα δάνεια που συμφωνήθηκαν.
    Ο πρωθυπουργός μας βεβαιώνει ότι “ή ψηφίζουμε και εφαρμόζουμε τη συμφωνία, ή καταδικάζουμε την Ελλάδα στη χρεοκοπία. […] Πέστε, εξηγήστε τι θα συμβεί, αν χρεοκοπήσει η χώρα, αν κηρύξει στάση πληρωμών. Τι θα γίνει με τους μισθούς και τις συντάξεις, που όλοι κοπτόμαστε κατά τα άλλα; Τι θα γίνει […] με ένα κράτος, που δεν μπορεί να δώσει τίποτα; Τι θα γίνει με τις καταθέσεις των κόπων του Ελληνικού λαού, σε μια οικονομία που θα καταρρεύσει;”.2 Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θεωρεί ‘κόκκινη γραμμή’ την αποπληρωμή των τριακοσίων δισεκατομμυρίων του χρέους μέχρι τελευταίου σεντς, ενώ ο ηγέτης της άκρας δεξιάς βρίσκει και αυτός την ευκαιρία να βαφτιστεί στην κολυμβήθρα των υπεύθυνων πολιτικών: «Το θέμα δεν είναι να στηρίξουμε τον Παπανδρέου αλλά να έχουμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις […] θα μας ρωτούν γιατί ψηφίσαμε να κοπούν μισθοί και συντάξεις; Κι εμείς θα πρέπει να εξηγούμε ότι υπήρχε κίνδυνος να τα χάσουν όλα».
    Ωστόσο η άποψη των πολιτικών μας ηγετών όσον αφορά τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας στάσης πληρωμών δεν είναι η μόνη. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δυο εντελώς αντίθετες απόψεις σχετικά με το ζήτημα, χαρακτηριστικά δείγματα των οποίων σας μεταφέρω αμέσως παρακάτω. Μάλιστα, δεν αντιστοιχούν μονοσήμαντα με πολιτικές τοποθετήσεις στον άξονα αριστεράς δεξιάς. Σας αφήνω να μαντέψετε εσείς ποιό γράφτηκε από δυο φιλελεύθερους διεθνείς τραπεζίτες και δημοσιεύτηκε πρόσφατα από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και ποιό προέρχεται από επιφανές στέλεχος της ελληνικής αριστεράς και δημοσιεύτηκε στην τελευταία κυριακάτικη Αυγή. Άποψη πρώτη, που κατά βάση αναπτύσσει αυτές που αναφέραμε προηγουμένως:
    Μια μονομερής απόπειρα της Ελλάδας να κηρύξει στάση πληρωμών ή να αναδιαρθρώσει το χρέος της θα ήταν αυτοκτονική. Θα είχε καταστροφικές συνέπειες στην Ευρωζώνη, την ΕΚΤ και τις τράπεζες που κρατούν δεκάδες δισεκατομμύρια ελληνικό χρέος, μέσω αυτών στο νόμισμα και στην πραγματιική οικονομία, αλλά ακόμα χειρότερες στο εσωτερικό της χώρας: διότι εκτός από τόκους και χρεολύσια το ελληνικό κράτος έχει να πληρώνει μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, για τα οποία καθόλου δεν φτάνουν τα έσοδά του, δεν θα έβρισκε όμως να δανειστεί, ούτε οι τράπεζες άλλωστε, θα διαλύονταν καθώς θα έτρεχαν όλοι να σηκώσουν τα λεφτά τους, θα μπαίναμε σε αβυσσαλέα ύφεση. Αν δε, εναλλακτικά, το ελληνικό Δημόσιο επιχειρούσε να αναδιαπραγματευτεί το χρέος με τους πιστωτές του, τις ξένες τράπεζες και τα funds, μόνο του, χωρίς καμία στήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση που διαφωνούσε κατηγορηματικά, οι όροι που θα του επέβαλλαν για να χάσουν όσο γίνεται λιγότερα από τα λεφτά που δάνεισαν, θα ήσαν οπωσδήποτε πολύ δυσμενέστεροι. Μόνο προοπτικά, αν γενικευτεί η κρίση του χρέους και το αναδιαπραγματευτούν από κοινού περισσότερες κυβερνήσεις μεγάλων χωρών, μπορεί να προκύψει ένα καλό αποτέλεσμα με επανισορρόπηση της οικονομίας και περιορισμό της υπερδύναμης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αλλά αυτό το δρόμο δεν μπορεί να τον πάρει μια μικρή σχετικά οικονομία, μόνη της…
    Άποψη δεύτερη: Σύμφωνα με την εμπεριστατωμένη και αναλυτική έρευνα όλων των διαθέσιμων εμπειρικών στοιχείων των δυο τελευταίων αιώνων, παραπάνω από δυο χιλιάδων επεισοδίων χρεωκοπίας ή στάσης πληρωμών, υπάρχουν τέσσερεις διαφορετικοί τύποι κόστους που μπορεί να προκύψουν από μια διεθνή στάση πληρωμών του δημόσιου χρέους: κόστη διεθνούς υπόληψης της χώρας, κόστη αποκλεισμού από το διεθνές εμπόριο, κόστη στην εγχώρια οικονομία μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και πολιτικά κόστη στην κυβέρνηση. “Το συμπέρασμα της έρευνας είναι πως τα οικονομικά κόστη είναι γενικά σημαντικά, αλλά ωστόσο βραχύβια, και μερικές φορές δεν λειτουργούν μέσα από τους συμβατικούς διαύλους. Αντιθέτως, οι πολιτικές συνέπειες μιας κρίσης δημόσιου χρέους μοιάζουν να είναι ιδιαίτερα βαρειές για τις κυβερνήσεις και τους υπουργούς Οικονομικών τους”. Δηλαδή οι χώρες αναρρώνουν γρήγορα• οι κυβερνήσεις τους, ίσως μάλιστα μαζί τους και κάποιες ηγεσίες της αριστεράς, όχι. Επειδή οι πολιτικοί μας ταγοί κινδυνολογούν ακατάπαυστα σχετικά με τις ενδεχόμενες επιπτώσεις μιας στάσης πληρωμών, αξίζει να δούμε αυτή την αντίθετη επιχειρηματολογία αναλυτικότερα, έστω και αν χρειάζεται να κάνουμε κάποια προσπάθεια για να παρακολουθήσουμε τις τεχνικές λεπτομέρειές της:
    Συμπεραίνουμε ότι η επίπτωση μιας κρίσης χρέους όσον αφορά τα αποτελέσματα των διάφορων μεταβλητών οι οποίες προκάλεσαν καταρχάς τη στάση πληρωμών, συν το πρόσθετο αποτέλεσμα που μπορεί ν’ αποδοθεί στη στάση πληρωμών καθαυτή, είναι της τάξης του 1%, δηλαδή όχι ευκαταφρόνητο και στατιστικά άκρως σημαντικό. […] Οι μελετητές συμφωνούν ότι η στάση πληρωμών δεν οδηγεί σε κανέναν μόνιμο αποκλεισμό από τις διεθνείς χρηματαγορές. Αντιθέτως, τα τεκμήρια δείχνουν ότι ενώ οι χώρες χάνουν την πρόσβασή τους σ’ αυτές τον καιρό της κρίσης, μετά την αναδόμηση του χρέους οι χρηματαγορές δεν κάνουν καμιά διάκριση, όσον αφορά την πρόσβαση σ’ αυτές, μεταξύ χωρών που έχουν ή δεν έχουν νωρίτερα προβεί σε στάση πληρωμών. Διάφοροι εξωτερικοί παράγοντες, καθώς και οι διαθέσεις των ξένων επενδυτών, μοιάζουν να επηρεάζουν την πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές πολύ περισσότερο από τις προηγούμενες στάσεις πληρωμών μιας χώρας. […]
    Όσον αφορά, τώρα, τα άμεσα αποτελέσματα μιας στάσης πληρωμών στα κόστη δανεισμού. Οι σχετικές εμπειρικές μελέτες μπορούν να χωριστούν σε τρεις ομάδες: (1) μελέτες που δεν βρίσκουν να έχει κανένα αποτέλεσμα η στάση πληρωμών στο κόστος δανεισμού, (2) μελέτες που διαπιστώνουν ένα μακροπρόθεσμο αλλά μικρό αποτέλεσμα της στάσης πληρωμών στο κόστος δανεισμού, και (3) μελέτες που επισημάινουν ένα πρόσκαιρο και ταχύτατα φθίνον αποτέλεσμα της στάσης πληρωμών στο κόστος δανεισμού. […] Σύμφωνα με τα δικά μας αποτελέσματα, οι επενδυτές αντιδρούν έντονα, αλλά έχουν σύντομη μνήμη. […]
    Ενώ κυκλοφορεί από πολύ καιρό η ιδέα πως οι στάσεις πληρωμών οδηγούν σε κάποιες μορφές εμπορικών αντιποίνων, τα εμπειρικά τεκμήρια μιας διασύνδεσης μεταξύ στάσης πληρωμών και εμπορίου είναι πολύ πιο πρόσφατα. Σε μελέτη μας, του 2006, χρησιμοποιούμε δεδομένα αναλυτικά κατά βιομηχανικούς κλάδους, και βρίσκουμε πως οι στάσεις πληρωμών έχουν κόστος κυρίως για τις εξαγωγικές βιομηχανίες, αλλά πάντως τα αποτελέσματά τους στις εξαγωγές τείνουν να είναι βραχύβια. Ελάχιστες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί στην ιστορία, επιβολής εμπορικού αποκλεισμού σε χώρες οι οποίες έχουν κηρύξει στάση πληρωμών. Η σημερινή δομή μάλιστα των κεφαλαιαγορών, όπου οι επενδυτές είναι ολοένα περισσότερο ανώνυμοι ομολογιούχοι που μπορούν να ανταλλάξουν μέσα σε μερικά λεπτά μακροπρόθεσμες με βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, κάνει ακόμη πιο απίθανη σήμερα αυτή την υπόθεση. Υπάρχει ωστόσο πλέον ένα πιο πιθανό σενάριο. Ότι η χειροτέρευση της πιστωτικής ποιότητας των εξαγωγικών επιχειρήσεων μετά μια στάση πληρωμών (η οποία επέρχεται εξαιτίας του κινδύνου επιβολής κεφαλαιικών ή συναλλαγματικών ελέγχων) θα μπορούσε ενδεχομένως να κάνει τις εμπορικές πιστώσεις λιγότερο άφθονες και περισσότερο ακριβές. Κάτι τέτοιο θα είχε στην πραγματικότητα επιπτώσεις παρόμοιες με κείνες των εμπορικών αντιποίνων. Αυτήν ακριβώς την υπόθεση ερευνούμε, και το συμπέρασμά μας είναι ότι οι επιπτώσεις αυτές είναι αρνητικές και μεγάλες μόνον το πρώτο και το δεύτερο έτος της στάσης πληρωμών. Τούτο το αποτέλεσμα δείχνει ότι όντως η στάση πληρωμών έχει αρνητικές επιπτώσεις στις εμπορικές πιστώσεις, αλλά αυτές είναι βραχυχρόνιες.
    Ελέγξαμε επίσης αν τυχόν οι στάσεις πληρωμών οδηγούν σε τραπεζικές κρίσεις ή σε εγχώρια πιστωτική συστολή. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί για διάφορους λόγους. Πρώτα πρώτα, τα επεισόδια στάσης πληρωμών μπορεί να προκαλέσουν κατάρρευση της εμπιστοσύνης στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, οδηγώντας έτσι σε μαζική απόσυρση καταθέσεων, η οποία θα μπορούσε έπειτα να προκαλέσει τραπεζική κρίση ή τουλάχιστον πιστωτική συστολή. Δεύτερον, ακόμη και χωρίς μαζική απόσυρση καταθέσεων, τα επεισόδια στάσης πληρωμών θα επηρέαζαν ίσως αρνητικά τους ισολογισμούς των τραπεζών, ιδίως εκείνων που έχουν μεγάλες επενδύσεις σε πληττόμενα ομόλογα, και θα τις έκαναν έτσι να υιοθετούν πιο συντηρητικές στρατηγικές δανεισμού. Τέλος, τα επεισόδια στάσης πληρωμών συχνά συνοδεύονται από εξασθένηση των δικαιωμάτων των πιστωτών, ή τουλάχιστον από μεγαλύτερη αβεβαιότητα όσον αφορά αυτά τα δικαιώματα, πράγμα που μπορεί επίσης να επηρεάσει αρνητικά τον τραπεζικό δανεισμό. […] Τα πορίσματα της μελέτης μας δείχνουν ότι τα επεισόδια στάσης πληρωμών προκαλούν μάλλον τραπεζικές κρίσεις, παρά το αντίθετο. [Ελέγχοντας] αν τα επεισόδια στάσης πληρωμών γεννούν επίσης πιστωτική συστολή, συμπεραίνουμε ότι η υπόθεση αυτή δεν ευσταθεί. […]

    Μερικές φορές οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες μοιάζουν να κάνουν τα πάντα προκειμένου να αναβάλουν μια στάση πληρωμών που μοιάζει αναπόφευκτη. Στην περίπτωση της Αργεντινής, για παράδειγμα, αναφέρεται ότι ακόμη και τραπεζίτες της Ουώλ Στρητ κόπιασαν πολύ να πείσουν τους ιθύνοντες να παραδεχτούν την πραγματικότητα και να αρχίσουν την αναδιάρθρωση του χρέους. Γιατί όλη αυτή η απροθυμία; Τα τεκμήρια δείχνουν ότι οι στάσεις πληρωμών προοιωνίζονται πτώση των υπουργών Οικονομικών και των κορυφαίων πολιτικών. Το υψηλό πολιτικό κόστος έχει δυο σημαντικές συνεπαγωγές. Μια θετική, ότι αυξάνει την προθυμία των χωρών να πληρώσουν τους δανειστές τους, κι επομένως και το ύψος του εξυπηρετήσιμου χρέους. Και μια αρνητική, ότι οι πολιτικά επώδυνες στάσεις πληρωμών κάποτε κάνουν τους πολιτικούς να τα παίξουν όλα για όλα, κι ενδεχομένως να κάψουν και τη μπάνκα, με αποτέλεσμα ακόμη χειρότερο οικονομικό κόστος όταν χάνουν το στοίχημα. Το να καθυστερείς τη στάση πληρωμών μπορεί να κοστίσει ακριβά, για τρεις τουλάχιστον λόγους: (1) Οι μη πειστικές περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές είναι αναποτελεσματικές όσον αφορά την αποτροπή της στάσης πληρωμών, κι επιπλέον φέρνουν πτώση της παραγωγής, (2) Η καθυστέρηση της στάσης πληρωμών παρατείνει το κλίμα αβεβαιότητας και τα υψηλά επιτόκια, επηρεάζοντας έτσι αρνητικά τις επενδύσεις και τους ισολογισμούς των τραπεζών, και (3) Η αναβολή της στάσης πληρωμών μπορεί να βλάψει άμεσα τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αυτό δείχνει ότι ένας πολιτικός που ενδιαφέρεται για την πολιτική του επιβίωση ίσως ζυγίζει τα πράγματα διαφορετικά από τον αντιπροσωπευτικό πολίτη της χώρας. Αντιμέτωποι με μια στάση πληρωμών που έχει πολιτικό κόστος, οι πολιτικοί που φροντίζουν την καριέρα τους προσπαθούν να την καθυστερήσουν, ακόμη και αν κάτι τέτοιο πλήττει την ευημερία της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, η εξίσωση δείχνει ότι οι πολιτικοί που αδιαφορούν για την ευημερία της κοινωνίας προσπαθούν να καθυστερήσουν τη στάση πληρωμών ακόμη και όταν έχουν μηδενικές πιθανότητες επιτυχίας.
    Άραγε οι δικοί μας πολιτικοί μας κόβουν τους μισθούς και μας φορτώνουν φόρους επειδή είναι ανυποχώρητοι πατριώτες, όπως αδιάκοπα διακηρύσσουν, ή μήπως για τους πιο ιδιοτελείς λόγους τους οποίους κομψά υπαινίσσεται αυτή η μελέτη των δυο τραπεζιτών, που εκδόθηκε από το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο;4 Ακόμη και η βρετανική Γκάρντιαν, εφημερίδα που δεν διακρίνεται για τον πολιτικό της ριζοσπαστισμό, στο προχτεσινό κύριο άρθρο της, αφιερωμένο στην υπεράσπιση της Ελλάδας απέναντι στις φτηνές κατηγορίες που εκτοξεύουν τα νεοφιλελεύθερα παπαγαλάκια, μας παρότρυνε να προχωρήσουμε το ταχύτερο στην αναπόφευκτη στάση πληρωμών.5 Επομένως, το δεύτερο ενδεχόμενο δεν μοιάζει εντελώς απίθανο.

  2. Ο/Η κ.κ. λέει:

    Συνέντευξη Μηλιός Λαπατσιώρας στο http://aformi.wordpress.com/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s