Μια πρωτότυπη μελέτη για το ασφαλιστικό σύστημα, δύο ερωτήσεις(a)..

Posted: 23/06/2010 by ftanei_pia in Κρίση-Οικονομία

`

`

..και ένα άρθρο του για αυτή τη μελέτη.

`

Φωτό από το Βήμα 23/6

`

`

Του Θεόδωρου Μαριόλη*

`

Πρόσφατα δημοσιοποιήσατε τα ευρήματα μίας πρωτότυπης μελέτης της ερευνητικής σας ομάδας, του «Study Group on Sraffian Economics» του Παντείου Πανεπιστημίου, για το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα. Και λέω πρωτότυπης διότι δεν ανήκει στην κατηγορία των «Αναλογιστικών Μελετών», αλλά βασίζεται στην έννοια του «Μεγίστου Εφικτού Λόγου Οικονομικής Εξάρτησης», δηλαδή του «Λόγου Οικονομικής Εξάρτησης», τον οποίο «δύναται να ανθέξει», όπως γράφεις, το οικονομικό σύστημα. Δεν θα ήθελα να επανέλθουμε στα σημαντικά ευρήματά σας, τα οποία συνόψισατε στην εκλαϊκευτική εκδοχή της μελέτης που είναι διαθέσιμη σε πολλά blogs, αλλά να σας ρωτήσω το εξής: Πόσο αντικειμενική και επιστημονικά άρτια είναι αυτή η έννοια; Ποια είναι η «βιβλιογραφία» σας; Γιατί ούτε καν το συνδικαλιστικό κίνημα δεν χρησιμοποιεί αυτήν την έννοια;

Θ.Μ.: Κάθε κοινωνικό σύστημα (κεφαλαιοκρατικό ή μη) διαιρείται σε δύο υποσυστήματα, το παραγωγικό και το μη παραγωγικό. Από στενά οικονομική άποψη, το πρώτο υποσύστημα δύναται να αναπαράγεται χωρίς το δεύτερο, ενώ το δεύτερο δεν δύναται καν να υπάρξει χωρίς το πρώτο. Ο «Μέγιστος Εφικτός Λόγος Οικονομικής Εξάρτησης» είναι ένα μέτρο της μέγιστης εφικτής αναλογίας αυτών των δύο υποσυστημάτων και, ειδικότερα, δηλώνει πόσους μη εργαζόμενους (παιδιά κάτω της ηλικίας των 15, φοιτητές, άνεργοι, υπεύθυνοι νοικοκυριών, συνταξιούχοι, έγκλειστοι κ.ά.) δύναται να συντηρήσει ένας εργαζόμενος. Σε ένα κεφαλαιοκρατικό σύστημα, τα ακαθάριστα κέρδη (δηλ. ό,τι απομένει από το ΑΕΠ αφού αφαιρεθούν τα φθαρέντα μέσα παραγωγής και οι μισθοί) δαπανώνται σε (1) καθαρές επενδύσεις, (2) κατανάλωση των κεφαλαιοκρατών, (3) κατανάλωση των μη εργαζομένων (που αποτελούν μεταβιβαστικές πληρωμές του δημοσίου), και (4) καθαρές εξαγωγές (εξαγωγές μείον εισαγωγές). Συνεπώς, υφίσταται ένα «trade-off» (τράμπα) ανάμεσα σε αυτά τα τέσσερα μεγέθη, η ακριβής μορφή του οποίου καθορίζεται από τις τεχνικές συνθήκες παραγωγής, τη σύνθεση των επιμέρους καταναλώσεων και τη σύνθεση των καθαρών εξαγωγών. Έτσι, δίνοντας παραμετρικές τιμές στο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας, στην κατανάλωση των κεφαλαιοκρατών, στην κατανάλωση των μη εργαζομένων και στις καθαρές εξαγωγές (ή εκτιμώντας τις ισχύουσες στην πραγματικότητα τιμές), υπολογίζεται πόσοι μη εργαζόμενοι δύνανται να συντηρηθούν.

Ουσιαστικά, η έννοια του «Μεγίστου Εφικτού Λόγου Οικονομικής Εξάρτησης» υπάγεται στη γενικότερη έννοια του «ορίου (frontier) μεγέθυνσης-καθαρών εξαγωγών-συνολικής κατανάλωσης» (μία επιφάνεια αρνητικής κλίσης σε χώρο τριών διαστάσεων), η οποία είναι κομβική για τη μαρξιστική και, κυρίως, τη σραφφαϊανή (Piero Sraffa) πολιτική οικονομία. Εκφράζει τις δυνατότητες του οικονομικού συστήματος, όπως αυτές προσδιορίζονται, βασικά, από το επίπεδο της τεχνολογικής του ανάπτυξης και το μέσο μισθό, δηλ. από τις τεχνικοκοινωνικές συνθήκες παραγωγής. Κάθε εθνική οικονομία λειτουργεί ή στο εσωτερικό του εν λόγω «ορίου» (όταν η ενεργός ζήτηση είναι χαμηλή και, συνεπώς, σημειώνεται υποαπασχόληση ή, αλλιώς, υπερσυσσώρευση κεφαλαίου) ή σε ένα σημείο επί αυτού, και ποτέ πέρα-έξω από αυτό. Για αυτό, ακριβώς, καλείται «όριο». Ό,τι και να συμβεί, όποια οικονομική πολιτική και να εφαρμοσθεί, το οικονομικό σύστημα δεν δύναται να λειτουργήσει πέρα-έξω από το εν λόγω όριο. Οι αρχές οικονομικής πολιτικής μπορούν, βέβαια, να οδηγήσουν (τουλάχιστον θεωρητικά) το σύστημα επί του ορίου του και να επιλέξουν (σε συνάρτηση με τους στόχους των) σε ποιο σημείο επί αυτού θα λειτουργήσει. Άρα, πρόκειται πράγματι για πολύ σημαντική έννοια (-ες), η οποία αντανακλά αντικειμενικούς και, σε μεγάλο βαθμό, παρατηρήσιμους συσχετισμούς.

Μπορώ να κάνω κάποιες σκέψεις, αλλά δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω γιατί το συνδικαλιστικό κίνημα δεν τη χρησιμοποιεί. Έχω, όμως, την άποψη ότι θα πρέπει να τη μελετήσει σε βάθος και, κυρίως, να τη χρησιμοποιήσει πολλαπλώς. Τόσο αυτήν όσο και τη δυϊκή (dual) της έννοια, δηλ. το «όριο μισθών-κερδών-συναλλαγματικής ισοτιμίας», η οποία εισήχθη από σραφφαϊανούς οικονομολόγους στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Ωστόσο, δεν είναι μόνον το συνδικαλιστικό κίνημα που δεν χρησιμοποιεί τον  «Μέγιστο Εφικτό Λόγο Οικονομικής Εξάρτησης» για να αναλύσει το ασφαλιστικό σύστημα. Η προσέγγιση που κυριαρχεί, γενικά, είναι η λεγόμενη «Αναλογιστική», ενώ δεν γνωρίζω, διεθνώς, καμία μελέτη εκτίμησης αυτού του λόγου. Ο «Λόγος Οικονομικής Εξάρτησης» (όχι ο «Μέγιστος Εφικτός») εισάγεται περιθωριακά στη συζήτηση και, όχι σπάνια, με συγκεχυμένο τρόπο, δηλ. μη επαρκώς διαχωρισμένος από «Δημογραφικούς Λόγους Εξάρτησης», όπως οι λόγοι του πλήθους των ατόμων πάνω από την ηλικία των 65 (ή, εναλλακτικά, κάτω των 15) προς το πλήθος των ατόμων ηλικίας 15-64 (σύμφωνα με την εικόνα που έχω, αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελούν οι Σκανδιναβικές χώρες και ο Καναδάς). Αυτό δημιουργεί σύγχυση και, λόγω της παρατηρούμενης μεταβολής της ηλικιακής σύνθεσης («γήρανσης») των κοινωνιών με μέσο και υψηλό επίπεδο ανάπτυξης, προάγει την αντίληψη ότι η μεταρρύθμιση των ασφαλιστικών συστημάτων είναι αντικειμενικά αναγκαία και επείγουσα.

Τέλος, να αναφερθεί ότι σε αντίθεση με τη λογική των «Αναλογιστικών Μελετών» (την οποία, ωστόσο, δεν υποτιμώ) η μελέτη μας δεν προϋποθέτει μεγάλη σειρά αμφιλεγόμενων ή/και ετερογενών παραδοχών, απεικονίζει ρητά το ασφαλιστικό σύστημα ως τμήμα του συνολικού οικονομικού συστήματος, δεν προσφέρει μακροχρόνιες εκτιμήσεις («προβολές»), αλλά εκτιμά τις δυνατότητες της οικονομίας ανά περίοδο παραγωγής (έτος), και, τέλος, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις τεχνικές συνθήκες παραγωγής. Βεβαίως, εάν το υπόδειγμα που κατασκευάσαμε εφοδιασθεί με σενάρια για την τεχνολογική εξέλιξη και τη διαχρονική μεταβολή των επιμέρους καταναλώσεων και των καθαρών εξαγωγών (πράγμα απολύτως δυνατόν), μπορούν να γίνουν και «προβολές». Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι η εκτίμηση του «Μεγίστου Εφικτού Λόγου Οικονομικής Εξάρτησης» αποτελεί την προϋπόθεση κάθε σχετικής συζήτησης, ενώ αυτή η γραμμή έρευνας δύναται, εν συνεχεία, να επαυξηθεί με στοιχεία της «Αναλογιστικής» γραμμής. Το αντίστροφο δεν βλέπω να είναι βάσιμο ή, τέλος πάντων, γόνιμο.

-Γράψατε ότι ένα «παράπλευρο» εύρημα της μελέτης σας είναι ότι η μέση ικανότητα παραγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο της γερμανικής οικονομίας είναι περίπου δεκαπλάσια της ελληνικής. Τι ακριβώς ορίζεις ως «μέση ικανότητα παραγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο» και πώς την μετρήσατε;

Θ.Μ.: Η ερώτηση είναι εύστοχη: ο όρος παρουσιάζει ασάφεια, αλλά αυτό οφείλεται στην προσπάθειά μου να μην δημιουργήσω πρόσθετες δυσκολίες στον αναγνώστη που επιθυμεί να αρκεσθεί στην εκλαϊκευτική εκδοχή της μελέτης (στην αυστηρή εκδοχή της μελέτης, στην οποία και παρέπεμπα ενημερωτικά, δεν υπάρχει ασάφεια). Πρόκειται για το λόγο των συνολικών ακαθάριστων κερδών προς τους συνολικούς μισθούς, όπου και τα δύο μεγέθη έχουν αποτιμηθεί σε όρους συνολικής (δηλ. άμεσης και έμμεσης) δαπανημένης εργασίας. Και επειδή, ως προς αυτό το σημείο, η σύγκριση των δύο οικονομιών (Γερμανίας-Ελλάδας) γίνεται στη βάση ενός υποθετικά (ή, ακριβέστερα, ευρετικά) ενιαίου μέσου πραγματικού μισθού ανά εργαζόμενο (του ισχύοντος  στην ελληνική οικονομία) ονόμασα, απλοποιητικά, αυτόν τον λόγο ‘μέση ικανότητα παραγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο’ (αντί για ‘πλεόνασμα’ θα μπορούσα να είχα γράψει ‘υπερπροϊόν’). Η ουσία είναι ότι αποτελεί δείκτη της μέσης παραγωγικότητας της εργασίας στον καθέτως ολοκληρωμένο τομέα παραγωγής των εμπορευμάτων που καταναλώνουν οι εργαζόμενοι, και δείχνει αυτό που σιγά-σιγά (δυστυχώς!) αρχίζει να γίνεται γενικά αντιληπτό, δηλ. τη δεινή θέση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία από άποψη διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Όπως γνωρίζεις, η θέση μου, την οποία διατύπωσα πριν από μία δεκαετία και στην οποία θα επανέλθω, σε λίγες μέρες, με τη σύνοψη των συμπερασμάτων μίας νέας μελέτης του «Study Group on Sraffian Economics», είναι ότι η συνεχής χειροτέρευση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας αποτελεί το μείζον ζήτημα και, ειδικότερα, γενεσιουργό αιτία των ‘διδύμων ελλειμμάτων’ (δηλ. των ελλειμμάτων του δημοσίου και του ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών) και της αύξησης του συνολικού, δημοσίου και εξωτερικού, χρέους.

_____________________________________________________________

Ακολουθεί η Μελέτη.

Το Υποτιθέμενο και το Πραγματικό Πρόβλημα του Ασφαλιστικού Συστήματος

Θεόδωρος Μαριόλης*

1. Εισαγωγή

Εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια υποστηρίζεται, από έγκυρες πηγές (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Τράπεζα της Ελλάδος κ.ά.) και σε όλους τους «τόνους», ότι το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση «βιωσιμότητας και επάρκειας». Όμως, δεν αποτελεί μυστικό ότι η μεταβλητή-κλειδί κάθε ασφαλιστικού συστήματος είναι ο λόγος των μη εργαζομένων προς τους εργαζόμενους, γνωστός και ως «Λόγος Οικονομικής Εξάρτησης». Εάν η τρέχουσα τιμή αυτού του λόγου υπερβαίνει αυτήν που δύναται να ανθέξει το οικονομικό σύστημα, τότε το ασφαλιστικό σύστημα βρίσκεται όντως σε κρίση, η οποία διαχέεται στο σύνολο οικονομικό σύστημα, με τη μία ή την άλλη μορφή: αναγκαιότητα μείωσης μισθών ή/και συντάξεων ή/και επιδομάτων ή/και κρατικών δαπανών ή/και επενδύσεων ή/και αναγκαιότητα δημιουργίας ελλειμμάτων στο εμπορικό ισοζύγιο. Συνεπώς, η ποσοτική εκτίμηση του «Λόγου Οικονομικής Εξάρτησης», που δύναται να ανθέξει η ελληνική οικονομία, συνιστά αναγκαία προϋπόθεση κάθε βάσιμης συζήτησης περί «βιωσιμότητας και επάρκειας» του ασφαλιστικού συστήματος. Ατυχώς, και σύμφωνα με ό,τι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, κανείς από όλους όσοι συμμετέχουν, θεσμικά ή όχι, στη συζήτηση δεν έχει προσφέρει μία τέτοια εκτίμηση.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να παρουσιάσει, πολύ περιληπτικά, τα σχετικά ευρήματα μίας μελέτης του «Study Group on Sraffian Economics» του Παντείου Πανεπιστημίου, η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα και εκπονήθηκε από τον Γιώργο Σώκλη (Υποψ. διδάκτορα του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου), την Ελένη Γκρόζα (Πτυχιούχο του ΠΜΣ στην «Οικονομική Επιστήμη» του ιδίου Τμήματος) και τον γράφοντα.[1]

2. Υποθέσεις-Παραδοχές

Η μελέτη βασίζεται σε ένα κατάλληλα κατασκευασμένο υπόδειγμα εισροών-εκροών και στις ακόλουθες (όχι εξωπραγματικές) υποθέσεις-παραδοχές:

(1) το συνολικό εισόδημα της οικονομίας κατανέμεται σε μισθούς των εργαζομένων και σε ακαθάριστα κέρδη,

(2) η αποταμίευση από μισθούς είναι μηδενική (δηλ. το σύνολο των μισθών καταναλώνεται),

(3) τα ακαθάριστα κέρδη διασπώνται, μέσω άμεσης φορολόγησης, σε εισόδημα των κεφαλαιούχων (καθαρά κέρδη) και εισόδημα των μη εργαζομένων (το οποίο συνιστά, λοιπόν, μεταβιβαστική πληρωμή του δημοσίου),

(4) οι εργαζόμενοι και οι μη εργαζόμενοι καταναλώνουν ακριβώς το ίδιο «καλάθι» αγαθών,

(5) οι κεφαλαιούχοι αποταμιεύουν το σύνολο του προερχόμενου από τα καθαρά κέρδη εισοδήματός των (και, άρα, δεν το καταναλώνουν), ενώ οι μη εργαζόμενοι καταναλώνουν το σύνολο του εισοδήματός των,

(6) οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου τομέα (πλην μισθών των δημοσίων υπαλλήλων) είναι μηδενικές, και

(7) η οικονομία μεγεθύνεται με τον τρέχοντα ρυθμό της.

3. Ευρήματα

Το κύριο εύρημα της μελέτης είναι ότι, στην ελληνική οικονομία, 1 εργαζόμενος δύναται να συντηρήσει 2 μη εργαζόμενους. Επομένως, δεδομένου  ότι οι εργαζόμενοι είναι περί τα 4.5 εκατομ., δύνανται να συντηρηθούν περί τα 9 εκατομ. μη εργαζόμενοι. Θα πρέπει δε να υπογραμμισθεί ότι αυτός ο λόγος δεν αφορά σε όλους γενικά τους μη εργαζόμενους (π.χ. προστατευόμενα μέλη), αλλά μόνον σε εκείνους οι οποίοι λαμβάνουν μεταβιβαστικές πληρωμές (επιδόματα, συντάξεις κ.λπ.) και μάλιστα σε ύψος ίσο (εξ υποθέσεως) με το μισθό του μέσου εργαζομένου. Η περαιτέρω ανάλυση δείχνει ότι αυτός ο μάλλον εντυπωσιακός λόγος, δηλ. 2/1, δεν οφείλεται στην υψηλή παραγωγική ικανότητα της ελληνικής οικονομίας αλλά, πρωτίστως, στο πολύ χαμηλό επίπεδο του μέσου μισθού της. Διότι βρέθηκε, επίσης, ότι εάν π.χ. στην γερμανική ή στην φινλανδική (όπως και στην ισπανική) οικονομία ίσχυε ο ελληνικός μέσος μισθός, τότε 1 εργαζόμενος θα μπορούσε να συντηρήσει περί τους 20 (!) ή τους 7 (!) μη εργαζόμενους, αντιστοίχως. Αντιστρόφως, εάν στην ελληνική οικονομία ίσχυε ο μέσος γερμανικός μισθός (ο οποίος εκτιμήθηκε σημαντικά υψηλότερος από τον ελληνικό, δηλ. κατά 29%),[2] τότε τα ακαθάριστα κέρδη της θα ήταν αρνητικά (!) και, άρα, το ζήτημα της συντήρησης των μη εργαζομένων δεν θα μπορούσε καν να τεθεί.

4. Συμπεράσματα

Σε αυτή τη βάση μπορούμε να συμπεράνουμε τα ακόλουθα:

(1) Δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι λόγος 2/1, που χαρακτηρίζει, ως δυνατότητα, την ελληνική οικονομία, οφείλεται στο πολύ χαμηλό επίπεδο του μέσου μισθού της (το οποίο θα μειωθεί περαιτέρω, στη βάση των τελευταίων μέτρων μονόπλευρης εισοδηματικής πολιτικής που εξήγγειλε, προσφάτως, η κυβέρνηση).

(2) Επομένως, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες γύρω από την ύπαρξη της λεγόμενης «κρίσης του ασφαλιστικού συστήματος»: τα όποια προβλήματά του θα πρέπει να θεωρούνται, καταρχήν, ταμειακά ή, αλλιώς, ρευστότητας (εισφοροδιαφυγή, ανασφάλιστη εργασία κ.λπ.). Μάλιστα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, στην ελληνική οικονομία, ο τρέχων λόγος ανέργων και συνταξιούχων ανά εργαζόμενο είναι της τάξης του 0.63, δηλ. αφενός, αισθητά μικρότερος από 2 και, αφετέρου, απολύτως αντίστοιχος με αυτόν που ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες (π.χ. Γερμανία, Ισπανία, Φινλανδία, όπου κυμαίνεται ανάμεσα στο 0.57 και το 0.67).

(3) Αυτά τα ταμειακά προβλήματα δεν δικαιολογούν την – εκ νέου –  φημολογούμενη αναδόμηση του ασφαλιστικού συστήματος προς την κατεύθυνση της – μερικής, έστω – ιδιωτικοποίησης.

(4) Ωστόσο, δεν δύναται να αποκλεισθεί, χωρίς πρώτα να διερευνηθεί αναλυτικά, το ενδεχόμενο ορισμένα προβλήματά του να απορρέουν από το ύψος της κατανάλωσης από καθαρά κέρδη ή/και των μη μισθολογικών δαπανών του δημοσίου, ύψη τα οποία θέσαμε ίσα με το μηδέν, προκειμένου να προσδιορίσουμε τα όρια αντοχής του συστήματος. Στην κατά σειρά πρώτη περίπτωση ενδείκνυται η αύξηση της φορολόγησης των ακαθάριστων κερδών, ενώ στη δεύτερη η επανεξέταση της αναγκαιότητας τμήματος αυτών των δαπανών. Το να απορρέουν τα προβλήματα από την υψηλή κατανάλωση των μη εργαζομένων δεν θα πρέπει να θεωρείται πιθανό, δεδομένων των ευτελών (μέσων) συντάξεων και επιδομάτων ανεργίας.

Τέλος, θα ήταν λάθος να υποτιμηθεί (και) ένα «παράπλευρο» εύρημα της μελέτης: πριν από μία δεκαετία, είχα υποστηρίξει (βλ. π.χ. Ο Νέος Διεθνής Καταμερισμός Εργασίας, «Τετράδια της Οικονομίας», 27-28/11/1999, εφημ. «Ημερησία») ότι το κύριο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, στην «εντός-ΟΝΕ εποχή», έγκειται στο ότι είναι αναγκασμένη να ανταγωνίζεται σε άμεσους (ή, ακριβέστερα, απόλυτους) όρους οικονομίες, οι οποίες είναι πολύ περισσότερο προηγμένες παραγωγικά, πράγμα που θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην παραγωγική βάση της. Πρόσφατα, ο Μίνωας Ζομπανάκης, σε συνέντευξή του στην εφημ. «Καθημερινή» (14/2/2010), τόνισε: «Τι εννοούν όταν μιλούν περί πτώχευσης; Δεν είμαι από αυτούς που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι τόσο το δημοσιονομικό. Έστω και με κόπο θα διορθωθεί. Το πρόβλημα είναι ότι καταστράφηκε η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Σε έναν κόσμο όπου ουσιαστικά δεν υπάρχουν σύνορα, πώς θα ξαναφτιάξουμε μια ανταγωνιστική οικονομία;». Πράγματι, πώς είναι δυνατόν η ελληνική οικονομία να ανταγωνισθεί π.χ. τη γερμανική, της οποίας η μέση ικανότητα παραγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο πρέπει να θεωρείται, όπως εκτίμησε η παρούσα μελέτη, περίπου δεκαπλάσια (20/2);


* Αν. Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Τμ. Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο (mariolis@hotmail.gr). Για σχόλια και προτάσεις ευχαριστώ τη Ρενέττα Λουκά, την Ελευθερία Ροδουσάκη (Πάντειο Πανεπιστήμιο), τον Νίκο Ροδουσάκη (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και τον Λευτέρη Τσουλφίδη (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), καθώς επίσης και τους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση της «Ένωσης Οικονομολόγων Θεσσαλονίκης» για το Ασφαλιστικό Σύστημα, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, όπου παρουσιάσθηκε μία πιο αναλυτική εκδοχή του παρόντος. Τέλος, ευχαριστώ το περιοδικό «Η Άλλη Πλευρά», και ιδιαιτέρως τον Χρήστο Βανδώρο, για τη φιλοξενία.

[1] Μία πρώτη, και χωρίς διεθνείς συγκρίσεις, εκδοχή της μελέτης είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://library.panteion.gr:8080/dspace/handle/123456789/1071, ενώ η τελική εκδοχή (Μάιος 2010) βρίσκεται στη διεύθυνση: http://mpra.ub.uni-muenchen.de/22661/1/MPRA_paper_22661.pdf

[2] Εκτιμήθηκε, επίσης, ότι η μέση παραγωγικότητα της εργασίας είναι μεγαλύτερη κατά 64% και η μέση παραγωγικότητα του κεφαλαίου είναι μεγαλύτερη κατά 65%.

(a) Τις ερωτήσεις έκανε η Β. Σωτηροπούλου


`

Σχόλια
  1. […] της Πρωτοβουλίας για την Αντισυστημική Αριστερά (βλ. https://dosepasa.wordpress.com/2010/06/23/43/), ενώ μία παραλλαγή του με τίτλο: «Ποσοτική Εκτίμηση […]

  2. […] της Πρωτοβουλίας για την Αντισυστημική Αριστερά (βλ. https://dosepasa.wordpress.com/2010/06/23/43/), ενώ μία παραλλαγή του με τίτλο: «Ποσοτική Εκτίμηση […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s