Αριστερά και αστικοί ανταγωνισμοί

Posted: 17/03/2011 by DG in Αριστερά, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΚΕ, ΜΕΤΩΠΟ, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ
Ετικέτες: , ,

του Βασίλη Μηνακάκη από την εφημερίδα Πριν

Κοινή επίθεση του συνασπισμού εξουσίας – Ελληνικό και διεθνές κεφάλαιο

M. C. Escher, «Hand with Reflecting Sphere», January 1935

Η οξύτητα που έχει πάρει η επίθεση κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ – κεφαλαίου και ο προκλητικός / κυνικός τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται η στάση της ΕΕ και του ΔΝΤ, έχουν φέρει στο προσκήνιο το ζήτημα του «ξένου παράγοντα», της θέσης της «χώρας» στο διεθνές σκηνικό μ’ έναν τρόπο συχνά σχηματικό, που αποπροσανατολίζει και –κυρίως– αποδρά από το ταξικό επίδικο της ιστορικών διαστάσεων σύγκρουσης που εξελίσσεται γύρω από την κρίση και την αστική απάντηση σ’ αυτή.

Ιδού, λοιπόν, το δίπολο που στήνεται: Από τη μια οι δυνάμεις (από τη Σπίθα ως το μαοϊκό χώρο) που «διαβάζουν» την αντεργατική επιδρομή ως εκδήλωση «εθελοδουλίας» και «υποτέλειας», για να καταλήξουν σ’ ένα αναμάσημα των θεωριών της «εξάρτησης» και σε μια γραμμή νέου ΕΑΜ. Κι από την άλλοι εκείνοι (βλ. ΣΥΡΙΖΑ) που …βγάζουν λάδι την ΕΕ, «δείχνοντας» μόνο την κυβέρνηση Παπανδρέου, την τρόικα γενικώς, το ΔΝΤ, κατηγορώντας συλλήβδην και συστηματικά τις αντι-ΕΕ φωνές ως εθνικιστικές και καταλήγοντας σε μια γραμμή διαχείρισης του καπιταλισμού και «επανίδρυσης της ΕΕ». Το ΚΚΕ, που πλέον έχει υποστείλει τη σημαία της εξάρτησης και της υποτέλειας που ανέμιζε δεκαετίες (αλλά τώρα τη θεωρεί αποπροσανατολιστική) και την προπαγάνδα περί μέτρων που εκπορεύονται από το διευθυντήριο των Βρυξελλών, για να μας πει ότι καπιταλισμό είχαμε και πριν και μετά την κρίση, ότι το πρόβλημα κυρίως έχει να κάνει με την κυβέρνηση και το δικομματισμό, κι ότι το κύριο είναι η πάλη για λαϊκή οικονομία – εξουσία (εννοείται, χωρίς επανάσταση) και όχι για αντικαπιταλιστικά αιτήματα του τύπου έξω από την ΕΕ ή διαγραφή του χρέους. Αλλά και τμήματα του αντιεξουσιαστικού χώρου που –παραδόξως– συγκλίνουν με τη λογική του ΚΚΕ, μιλώντας γενικά και αόριστα για τα αφεντικά και το κράτος και προτείνοντας –επίσης γενικά κι αόριστα– την κατάργησή τους.

Κοινό χαρακτηριστικό των εν λόγω απόψεων είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται (ηθελημένα ή όχι) πως τα μέτρα που προωθούνται αποτελούν ενιαίο και κοινό τόπο του ελληνικού και του διεθνούς (ευρωπαϊκού και υπερ-ατλαντικού), του χρηματοπιστωτικού και του παραγωγικού κεφαλαίου, των θεσμικών του εκφράσεων (κυβέρνηση, ΕΕ, ΔΝΤ κ.λπ.) και των μηχανισμών χειραγώγησης (ΜΜΕ). Δηλαδή, είναι κοινός τόπος συνολικά του αστικού συνασπισμού εξουσίας, στο πλαίσιο του οποίου βέβαια υπάρχει και «καταμερισμός εργασίας» αλλά και οξύτατη σύγκρουση, οικονομική (για τη μοιρασιά της λείας) και πολιτική (για το ρόλο του κάθε κέντρου). Κατά συνέπεια, τα βέλη του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, είναι υποχρεωτικό να στρέφονται με αντικαπιταλιστικό και διεθνιστικό τρόπο, ενιαία και ταυτόχρονα ενάντια στον αστικό συνασπισμό εξουσίας συνολικά και σε κάθε του κρίκο, συνυπολογίζοντας ασφαλώς και τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του.

Όπως συμβαίνει σε κάθε σημαντική κρίση, έτσι και σήμερα το κεφάλαιο και το πολιτικό σύστημα προσπαθούν να την υπερβούν αναδιατάσσοντας ριζικά τόσο τις σχέσεις κεφαλαίου – εργασίας, όσο και τις σχέσεις κεφαλαίου – κεφαλαίου. Κι αυτά τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνικό επίπεδο.

Το πρώτο, λοιπόν, διακύβευμα της αστικής αντι-κρισιακής στρατηγικής περιστρέφεται γύρω από το βασικό μηχανισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, από το μηχανισμό παραγωγής και υπεξαίρεσης υπεραξίας, με στόχο να εκτονωθεί η κρίση υπερσυσσώρευσης και να αναστραφεί η τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Στο μέτωπο αυτό –τα βασικό, το θεμελιώδες και γενικά και στη σημερινή κρίση– συγκεντρώνεται η κύρια κατεύθυνση των αστικών προσπαθειών, είτε πρόκειται για προσπάθειες αναδιαρθρωτικού χαρακτήρα είτε για προσπάθειες άμεσης ή έμμεσης συμπίεσης της αξίας της εργατικής δύναμης. Στο μέτωπο αυτό συνασπίζονται ο Γ. Παπανδρέου και ο Ζ. Τρισέ, ο Ν. Σαρκοζί και ο Ντ. Κάμερον, ο Μπ. Ομπάμα και ο Ντ. Στρος Καν, η Α. Μέρκελ και ο κυβερνήτης του Γουισκόνσιν.

Ειδικά στην Ελλάδα, σε έναν καπιταλιστικό κοινωνικοικονομικό σχηματισμό που πλήττεται βίαια από την κρίση, χάνει ανταγωνιστικούς πόντους και βλέπει τη δυναμική της κεφαλαιακής συσσώρευσης να συρρικνώνεται και τις ελπίδες για ν’ ανέβει σκαλί στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό πλέγμα να ψαλιδίζονται, η πλευρά αυτή αποκτά εφιαλτικές διαστάσεις. Μοιάζει με χιονοστιβάδα, που απογειώνει την ανεργία και ισοπεδώνει τις εργατικές αποδοχές, σπρώχνοντάς τες συχνά κάτω κι από το φυσικό-βιολογικό όριο της αξίας της εργατικής δύναμης, μεγιστοποιώντας την υπεραξία που αποσπάται από το κεφάλαιο. Αυτή είναι η ουσία της περιβόητης «εσωτερικής υποτίμησης» ή «εσωτερικού αποπληθωρισμού» που, μέσω των περικοπών μισθών, συντάξεων και κοινωνικών δαπανών, της αύξησης των έμμεσων και άμεσων φόρων και της αύξησης των τιμολογίων των ΔΕΚΟ, συνθλίβει κατά 30% και πλέον (κάποιοι κάνουν λόγο για 40-50% στην πλήρη ανάπτυξη των μέτρων) τις εργατικές αποδοχές.

Αδιαμφισβήτητα ωφελημένο απ’ αυτά τα μέτρα είναι το ελληνικό κεφάλαιο. Γι’ αυτό –χωρίς καμιά ταλάντευση ως τώρα– ο ΣΕΒ «εγκρίνει και επαυξάνει» το Μνημόνιο και τις επί τα χείρω επικαιροποιήσεις του. Αν, μάλιστα, κάνουμε ένα φλας μπακ στο χρόνο, πολύ εύκολα θα βρούμε μια πλειάδα τοποθετήσεων του ΣΕΒ και των «δεξαμενών σκέψης του», που προτείνουν εδώ και χρόνια τα περισσότερα από τα μέτρα που τώρα ενσωματώνονται στο Μνημόνιο – και αρκετά ακόμη. Μπορεί οι συσχετισμοί να μην επέτρεπαν την επιθετική προώθησή τους –στην έκταση και το βάθος που το κεφάλαιο επιθυμούσε–, ωστόσο η επιδίωξη ήταν σαφής και δεδομένη. Έτσι, όταν έσκασε η βόμβα του χρέους, σαν έτοιμο από καιρό το ελληνικό κεφάλαιο, κινούμενο με το «δόγμα του σοκ», που τόσο εύστοχα περιγράφει η Ναόμι Κλάιν στο ομότιτλο βιβλίο της, έσπευσε να συμπράξει με την ΕΕ και το ΔΝΤ και να στηρίξει την κυβέρνηση Παπανδρέου στην κανιβαλική της επέλαση κατά των εργατικών αναγκών. Το γιατί είναι προφανές: Ελπίζει ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα ξαναπάρει μπρος η μηχανή της καπιταλιστικής συσσώρευσης και κερδοφορίας, θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού κεφαλαίου και θα ισχυροποιηθεί η θέση του στο διεθνές σκηνικό.

Είπαμε, όμως, αυτή είναι η κύρια πλευρά των όπλων που έχει το κεφάλαιο στη φαρέτρα του για να υπερβεί την κρίση. Δεν είναι η μοναδική. Με έναν εξαιρετικά διεισδυτικό και πολύ προφητικό τρόπο, ο Κ. Μαρξ, στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, περιγράφει και τους άλλους μηχανισμούς που κινητοποιεί για να αντιρροπήσει την τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους και αφορούν το δικό του στρατόπεδο αλλά και το διεθνές σκηνικό.

Στους μηχανισμούς αυτούς, κομβικό ρόλο κατέχουν η συγκέντρωση – συγκεντροποίηση του κεφαλαίου (κοινώς η απαξίωση των μη κερδοφόρων τμημάτων του κεφαλαίου, η «δημιουργική καταστροφή» του Σουμπέτερ και η ένταση της μονοπώλησης) και οι διάφορες μορφές της καπιταλιστικής διεθνοποίησης και ολοκλήρωσης. Κοινό στοιχείο των δύο μηχανισμών είναι η προσπάθεια άντλησης –από τις πιο ισχυρές και δη τις πλέον διεθνοποιημένες μερίδες του κεφαλαίου– ενός πρόσθετου κέρδους, ενός υπερκέρδους, το οποίο, προφανώς, δεν προκύπτει από το πουθενά. Προκύπτει από μια ανισόμετρη μοιρασιά της υπεραξίας που έχει αντληθεί από το κεφάλαιο συνολικά, μια μοιρασιά η οποία γίνεται με βάση το συσχετισμό δύναμης και το δίκαιο του ισχυρότερου και μεταφέρει στο ισχυρότερο τμήμα του κεφαλαίου μέρος της υπεραξίας που υπεξαιρέθηκε από άλλους καπιταλιστές ή σε άλλους καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Τις βλέπουμε αυτές τις δύο τάσεις ολοκάθαρα μπροστά μας και στην παρούσα κρίση.

Βλέπουμε, κατ’ αρχήν την τάση για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και την αναδιάταξη στις ηγετικές μερίδες και την πυραμίδα του συνολικά. Έτσι, τις πρώτες 45 ημέρες του 2011, οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις σε πλανητικό επίπεδο ήταν αυξημένες κατά 25% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ενώ η αξία των συμφωνιών στις οποίες εμπλέκονται αμερικανικές εταιρείες είναι υπερδιπλάσια σε σχέση με πέρσι.

Αρκετά στοιχεία της τάσης αυτής αναφέρονται στο Κείμενο Εργασίας του ΝΑΡ για την καπιταλιστική κρίση, το οποίο αποτελεί βάση συζήτησης για το Πανελλαδικό Σώμα των αρχών Απριλίου. Δυο μόνο πτυχές θα αναφερθούν εδώ. Η πρώτη αφορά το ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος που, παρότι αποτέλεσε τον άμεσο πυροδότη της παρούσας κρίσης, φαίνεται να ισχυροποιείται περαιτέρω, αποσπώντας για λογαριασμό του ένα όλο και αυξανόμενο τμήμα της υπεραξίας που παράγεται στην καπιταλιστική παραγωγή (δηλαδή, από άλλα τμήματα του κεφαλαίου). Η δεύτερη αφορά τη γοργά εξελισσόμενη στην Ελλάδα συντριβή των μικρομεσαίων στρωμάτων –παραδοσιακών, αλλά και νέων– ή και τμημάτων της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης. Εννοείται, βέβαια, ότι ο ανεμοστρόβιλος αυτός θα σαρώσει και μεγάλες –ενδεχομένως και ηγετικές– μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου, οι οποίες δεν θα αντέξουν στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον που θα διαμορφωθεί στην ΕΕ (πράγμα όχι περίεργο ή στενά ελληνικό, αν θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι η Ένρον ή η Λίμαν Μπράδερς ήταν κολοσσοί κι όχι δευτεροκλασάτα ονόματα, κι ότι κολοσσοί για τα ελληνικά δεδομένα ήταν και οι προβληματικές της δεκαετίας του ’80). Ας θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Κ. Μαρξ: «Η μονοπωλιακή τιμή ορισμένων εμπορευμάτων απλώς μεταφέρει ένα μέρος από το κέρδος των άλλων παραγωγών στα εμπορεύματα που πουλιούνται σε μονοπωλιακή τιμή». Αλλά και τη διαπίστωση του Λένιν: «Δεν έχουμε πια μπροστά μας την πάλη του συναγωνισμού των μικρών και των μεγάλων, των τεχνικά καθυστερημένων και των τεχνικά προοδευμένων επιχειρήσεων. Έχουμε μπροστά μας το πνίξιμο από τους μονοπωλητές εκείνων που δεν υποτάσσονται στα μονοπώλια, στο ζυγό τους, στην αυθαιρεσία τους».

Αν, όμως, αυτή η πλευρά ουδόλως αμφισβητείται από τις δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά και στο μαρξισμό, η άλλη –αυτή, δηλαδή, που σχετίζεται με το πώς αξιοποιούνται οι διεθνείς καπιταλιστικές σχέσεις για την άντληση υπερκέρδους από τις ηγεμονικές μερίδες του κεφαλαίου– προκαλεί πλήθος αντιπαραθέσεων. Πριν προβούμε σε αξιολογικές κρίσεις, οφείλουμε να δούμε μέσα από ποιους δρόμους λειτουργεί αυτή η πλευρά.

Ένας πρώτος δρόμος είναι ο μηχανισμός του χρέους. Ένας μηχανισμός γνωστός από τη δεκαετία του 1980 στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, που σήμερα όμως παροξύνεται, καθώς υπερχρεωμένες και μάλιστα σε βαθμό ανώτερο από την Ελλάδα (αν ληφθεί υπόψη το συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό) είναι οι περισσότερες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, δεν υπάρχει ορατή διέξοδος από αυτή την κατάσταση και πλέον δανειστές δεν είναι κάποιες άλλες χώρες που σταθμίζουν και γεωπολιτικά δεδομένα, αλλά άγρια κερδοσκοπικά κεφάλαια του χρηματοπιστωτικού τομέα που θυσιάζουν τα πάντα στο γρήγορο και μέγιστο κέρδος. Στις συνθήκες αυτές, η εξυπηρέτηση του χρέους αναδεικνύεται σε μηχανισμό αναδιανομής της παραγόμενης σε μια χώρα υπεραξίας υπέρ των κεφαλαίων – πιστωτών της και εις βάρος του εγχώριου κεφαλαίου της, δηλαδή σε μηχανισμό έμμεσης, διεθνικής εκμετάλλευσης και άντλησης υπερκέρδους από τα κεφάλαια που δάνεισαν τη χώρα – οφειλέτη.

Γύρω από το ζήτημα αυτό, όπως είναι φυσικό, διεξάγεται σκληρότατη ενδοκαπιταλιστική διαπάλη. Με τα κεφάλαια – πιστωτές του ελληνικού καπιταλισμού –διά μέσου του Σπίγκελ– να βγάζουν «στη σέντρα» το ελληνικό κεφάλαιο για τα 600 δισ. που έχει αποθησαυρίσει στις ελβετικές τράπεζες (διεκδικώντας, στην ουσία, τμήμα της υπεραξίας αυτής). Αλλά και τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου να αρχίζουν να «γκρινιάζουν» – προς θεού, όχι για να αμφισβητήσουν τη βασική, άγρια εκμεταλλευτική πλευρά του Μνημονίου, αλλά για να διεκδικήσουν για λογαριασμό τους κάποια περισσότερα λάφυρα από τη αυξημένη μάζα της υπεραξίας που υπεξαιρείται από τους μισθωτούς.

Αντικαπιταλιστική απάντηση – Το εργατικό κίνημα καλείται να αντιπαλέψει τα εθνικά όσο και τα διεθνικά στηρίγματα του κεφαλαίου

Για τον ίδιο τον εργάτη αποτελεί μιαν υπόθεση δευτερεύουσας σημασίας αν η υπεραξία αυτή, που είναι το αποτέλεσμα της υπερεργασίας ή της απλήρωτης δουλειάς του, τσεπώνεται ολόκληρη από τον κεφαλαιοκράτη βιομήχανο ή αν ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να πληρώνει κομμάτια απ’ αυτή την υπεραξία σε τρίτα πρόσωπα με την ονομασία της γαιοπροσόδου και του τόκου».

Η θέση αυτή του Κ. Μαρξ, διατυπωμένη στο έργο Μισθός, τιμή και κέρδος, δεν μπορεί παρά να είναι ο οδηγός του σύγχρονου εργατικού κι επαναστατικού κινήματος. Μαζί της φαίνεται να… συμφωνεί και ο πρωθυπουργός, που –διερμηνεύοντας τις επιδιώξεις του ελληνικού κεφαλαίου κυρίως σε σχέση με το μέλλον του ελληνικού καπιταλισμού– δήλωνε πριν μερικές εβδομάδες πως «ακόμη κι αν δεν υπήρχαν το χρέος και το Μνημόνιο, θα έπρεπε να προωθήσουμε τα μέτρα αυτά, ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να ατενίσουμε με ελπίδα το μέλλον ως χώρα».

Αλίμονο, συνεπώς, αν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά διαλέξουν ή ξεχάσουν αντιπάλους από την ιερή συμμαχία της που προωθεί τον ορυμαγδό των μέτρων. Αλίμονο αν οι δευτερεύουσας σημασίες συγκρούσεις στο αστικό στρατόπεδο και στο πολιτικό του σύστημα –και θα έχουμε τέτοιες συγκρούσεις, θα είναι πολλές και σκληρές, θα κοντράρουν ενδεχομένως πλευρές της πορείας στην ΕΕ και θα πρέπει το εργατικό κίνημα και η Αριστερά να τις παίρνει υπόψη, με ταξικό και διεθνιστικό κριτήριο– εννοείται μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι μπροστά μας δεν βρίσκεται μια νέα περίοδος «υποτέλειας», «κατοχής» και «ξεπουλήματος της εθνικής κυριαρχίας και των ασημικών της χώρας» στους Γερμανούς, αλλά μια περίοδος άγριας εκμετάλλευσης, έντασης του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού και της ανισομετρίας τόσο σε κάθε εθνικό καπιταλισμό όσο και στην ΕΕ συνολικά, απροκάλυπτης ενίσχυσης του αντιδραστικού – ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της ΕΕ. Κι αυτό δεν απαντιέται ούτε από εθνικιστικές ή εθνικοαπελευθερωτικές θέσεις, ούτε με ένα γενικόλογο αντικαπιταλισμό, ούτε –πολύ περισσότερο– με έναν αναιμικό ή ανύπαρκτο αντιΕΕ προσανατολισμό. Απαντιέται με μια πολιτική ταυτότητα, γραμμή και πρακτική συνάμα διεθνιστική, ταξική και βαθιά αντικαπιταλιστική. Με μια γραμμή που θα κρίνεται στις καθημερινές αναμετρήσεις και στην ενιαία αντιπαράθεση προς όλους τους πυλώνες της νέας αστικής σταυροφορίας.

Συμφέρον των εργαζομένων – Έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ – Όξυνση ενδοαστικών αντιθέσεων

Η καπιταλιστική διεθνοποίηση και ειδικά η καπιταλιστική ολοκλήρωση τύπου ΕΕ είναι ένας ακόμη δρόμος που αξιοποιεί το κεφάλαιο για να υπερβεί την κρίση, αντλώντας πρόσθετο κέρδος. Η ΕΕ από τη φύση της και όχι λόγω της «στρεβλής οικοδόμησής» της ή της κυριαρχίας των αγορών και του νεοφιλελευθερισμού λειτουργεί υπέρ της άντλησης υπερκέρδους από το πολυεθνικό κεφάλαιο πολλαπλά. Διαμορφώνοντας ένα λίγο πολύ ενιαίο οικονομικό πλαίσιο, ευνοεί τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, την κατάκτηση θέσεων από τις πολυεθνικές, την εκκαθάριση του πεδίου από τους πιο αδύναμους ανταγωνιστές τους (διά μέσου της συντριβής ή της εξαγοράς), την εξαγωγική πανκυριαρχία τους. Ευνοεί, με άλλα λόγια, όχι τη σύγκλιση, όπως βαυκαλίζονται οι ευρωλάγνοι κάθε απόχρωσης –αλλά την ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη– μια τάση που με ιδιαίτερη ενάργεια ανέδειξε ο Λένιν σε αρκετά έργα του και ιδίως στον Ιμπεριαλισμό. Εκδήλωση αυτής της τάσης είναι το γεγονός ότι η κερδοφορία των γερμανικών πολυεθνικών και τα εμπορικά πλεονάσματα του γερμανικού καπιταλισμού ισοδυναμούν περίπου με τα ελλείμματα και τα χρέη των λεγόμενων PIGS (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία).

Η παράμετρος αυτή παροξύνεται στις συνθήκες της κρίσης και στο πλαίσιο της αναδυόμενης αστικής στρατηγικής για την υπέρβασή της. Το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας (στην καθαρά «γερμανική» ή σε μια πιο λάιτ εκδοχή) αποτυπώνει ακριβώς αυτή την τάση. Καθώς, το νέο τοπίο που θα διαμορφώσει, ενοποιώντας περαιτέρω τους κανόνες λειτουργίας των ευρωπαϊκών οικονομιών, θα εντείνει την άντληση πρόσθετου κέρδους από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές πολυεθνικές (του παραγωγικού ή χρηματοπιστωτικού τομέα) και την ανισομετρία. Κι αυτό γιατί, η αγριότητα της κρίσης θα κάνει ακόμη πιο άγριο τον ανταγωνισμό για τη μοιρασιά της υπεραξίας και τη διάθεση των εμπορευμάτων, ακόμη πιο σαρωτική την προσπάθεια ενίσχυσης των κερδών διά μέσου των οικονομιών κλίμακας (κοινώς, διά μέσου των εξαγορών ή συγχωνεύσεων) και ακόμη πιο φειδωλό το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο στη διάθεση κονδυλίων τύπου ΕΣΠΑ, αγροτικών επιδοτήσεων κ.λπ.

Πώς πρέπει να απαντήσει το εργατικό κίνημα και η Αριστερά σε αυτή την κατάσταση; Ανάγοντας σε κύρια τη δευτερεύουσα πλευρά του χαρακτήρα της ΕΕ (ανισομετρία) και της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΕ, και μιλώντας στο όνομα της «χώρας» και όχι στο όνομα του κόσμου της εργασίας και του «έθνους των εργαζομένων»; Υποβαθμίζοντας την αντιπαράθεση στην ΕΕ ή υιοθετώντας έναν τύπο αντιπαράθεσης, που μένει στα «ρηχά» και συκοφαντεί κάθε γραμμή σύγκρουσης με την ΕΕ ως εθνικιστική και ευάλωτη στη χειραγώγηση από αστικές δυνάμεις –που είναι;– που αντιπαρατίθενται στην ΕΕ; Ή με τη λογική του ΚΚΕ που αντιμάχεται την ΕΕ, όμως υποβαθμίζει τις εναντίον της αιχμές και το αίτημα της αποδέσμευσης με πρόσχημα τη συνολική αντίθεση στα μονοπώλια και την αντίθεση στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ (που ασφαλώς πρέπει να υπάρχουν καθοριστικά); Το ΚΚΕ συνδέει την έξοδο από την ΕΕ με την ακαθόριστη «λαϊκή εξουσία – οικονομία» και όχι με την πορεία της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, και ακροβατεί, ανάλογα με τις σκοπιμότητες του ενδοαριστερού εμφύλιου που έχει κηρύξει, ανάμεσα στο γραμμή της «αντίστασης στο διευθυντήριο της ΕΕ» και στη γραμμή που χαρακτηρίζει ως λάθος τα περί «κατοχής» και «υποτέλειας».

Η μόνη γραμμή που μπορεί να απαντήσει στη νέα κατάσταση είναι η γραμμή της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης από διεθνιστική κομμουνιστική σκοπιά, ως κρίκου προσέγγισης στην επανάσταση ή ως ένα από τα κομβικά ζητήματα που θα λύσει η επανάσταση. Ως εθνική συμβολή στο διεθνικό στόχο της διάλυσης της ΕΕ, της κατάργησης των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων και των διεθνικών αστικών πλαισίων, της εργατικής διεθνοποίησης στην Ευρώπη και όλο τον κόσμο.

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Δεν μασάμε! λέει:

    Το κείμενο αυτό δείχνει τα όρια ενός μαρξισμού που έχει πεθάνει! Η εναγώνια προσπάθεια του συγγραφέα να αναδείξει σε αυτή την συγκυρία της κρίσης την παρουσία ως “επαναστατικού” υποκειμένου της “εργατικής τάξης” τον οδηγεί σε θεωρητικές και πολιτικές αλχημείες.

    Ο κόσμος της εργασίας σήμερα έχει ηττηθεί, βρίσκεται στο περιθώριο της ταξικής πάλης και δεν μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις. Οι εξελίξεις σφραγίζονται από τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις. Μετά την κατάρρευση του “υπαρκτού σοσιαλισμού” ως το αντίπαλο δέος του δυτικού καπιταλισμού και την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού που περιόρισε το κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία και απελευθέρωσε τον “ανταγωνισμό”, τα εργατικά δικαιώματα και οι εργατικές κατακτήσεις όλο και περισσότερο περιορίζονται. Η σημερινή κρίση χρέους είναι συνέπεια αυτών των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων και της αυτονόμησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος (απόρροια του νεοφιλελευθερισμού) από κρατικούς και διακρατικούς καπιταλιστικούς μηχανισμούς.

    Η πρώτη θεωρητική λαθροχειρία που γίνεται είναι στην ανάλυση αυτής της κρίσης. Θεωρείται από ένα σημαντικό κομμάτι της μαρξιστικής αριστεράς ως κρίση υπερσυσσώρευσης – δομική κρίση του καπιταλισμού, η οποία αναδεικνύει στην συγκυρία την βασική αντίθεση κεφαλαιου και εργασίας. Με αυτή λοιπόν την θεωρητική προσέγγιση έρχεται η “εργατική τάξη” ως συντελεστής των όρων που διαμορφώνουν την συγκυρία και αποκτά – δια μέσου της θεωρίας – ένα ιστορικό ρόλο, τον οποίο δεν έχει στα πεδία της ταξικής πάλης. Με αυτό το τέχνασμα αποκτούν “ρόλους” και “καθήκοντα” τα πολιτικά υποκείμενα που αυτοπροσδιορίζονται ως πολιτικοί εκφραστές των συμφερόντων των εργαζομένων.

    Στη χώρα μας είναι φανερό ότι η Αριστερά δεν είναι ο εκφραστής των εργαζομένων. Επίσης είναι φανερό ότι στην σύγκρουση με την κρατική πολιτική δεν πρωτοστατούν πολιτικές που συγκροτούνται στην λογική των “συμφερόντων” της εργατικής τάξης. Στο συνδικαλιστικό κίνημα δεν κυριαρχεί η Αριστερά και εξακολουθεί να παραμένει μια περιθωριακή δύναμη παρά το μέγεθος της επίθεσης που δέχονται οι εργαζόμενοι. Επίσης τα συμβάντα που εκφράζουν την σύγκρουση με το κράτος και τις πολιτικές που εκπορεύονται απ’ αυτό, δεν πρωτοστατούν οι “εργατικές διεκδικήσεις”. Τα “ιουλιανά” του 2010, που έγιναν από τους φορτηγατζήδες, και η αντίσταση στην Κερατέα, είναι κινήματα που συγκροτούνται γύρω από την μικρή ιδιοκτησία, την γαιοπρόσοδο και την συλλογική κατανάλωση στην καλύτερη περίπτωση. Και προφανώς δεν είναι η πεμπτουσία του αντικαπιταλισμού. Ο “εργατικος” Δεκέμβρης που περίμενε η Αριστερά δεν ήρθε αν και πλησιάζει το “Πάσχα”…

    Αν λοιπόν δεν αντιληφθούμε ότι μαζί με τον “υπαρκό” σοσιαλισμό κατέρρευσαν και πολλά από τα θεωρητικά εργαλεία που ήταν δικά του “προϊόντα” αλλά και “στηρίγματα”, τότε δεν μπορούμε διαμορφώσουμε πολιτική γραμμή που να αποκαταστήσει τις σχέσεις της Αριστεράς με τον κόσμο της εργασίας, σχέσεις που έχουν διαρραγεί εδώ και αρκετές δεκαετίες….

    • Ο/Η Raindog λέει:

      Το χαρακίρι να το κάνουμε τώρα ή να περιμένουμε μετά την 25η Μαρτίου;

      • Ο/Η Δεν μασάμε! λέει:

        Τώρα η κατάσταση δυστυχώς δεν σώζεται ούτε με «χαρακίρι». Αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει προ πολλού!…

        • Ο/Η Raindog λέει:

          Όχι όχι. Δεν με κατάλαβες. Δεν προτείνω να κάνουμε χαρακίρι. Απλώς σε είδα λιγάκι «πεσμένο» και είπα να το «διασκεδάσουμε» λίγο το ζήτημα.

          Άλλωστε το χαρακίρι είναι παράδοση που ανήκει σε άλλο λαό και σε άλλο πολιτισμό far away from us (προς θεού -στέκεσαι στα νύχια, σε βλέπω- μην πάρεις αυτή τη διατύπωση ως εθνικιστική παρεκτροπή – απεταξάμην).

          Αν υποθέσουμε ότι τα πράγματα είναι τόσο δραματικά όπως τα περιγράφεις, νομίζω ότι αρμόζουσα απάντηση θα ήταν, αντί για το χαρακίρι, κάποια που να ταιριάζει με τις παραδόσεις του λαού και του τόπου. Π.χ. η «πρακτική «Κούγκι»» (πως λέμε πρακτική Πολ-Ποτ – καμία σχέση). Να γίνουν όλα μπαρούτι, όπως λένε στο χωριό μου.

          Είμαστε όμως σε τόσο δραματική κατάσταση; Νομίζω ελέγχεται το συμπέρασμά σου ως επιπόλαιο (εκτός αν έχεις επικοινωνία με το υπερπέραν και γνωρίζεις τα μελλούμενα, οπότε πάω πάσο).

          Κατά τη γνώμη μου είμαστε σε μια κατάσταση -σε αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό στον οποίο ζούμε, που ονομάζεται ελληνικός και ο οποίος εντάσσεται με διάφορους τρόπους σε διάφορες ολοκληρώσεις- που οι κυβερνώντες δεν μπορούν πια να κυβερνήσουν (αν δεν κάνουν πρώτα ένα εκ βάθρων ρεκτιφιέ – πράγμα πολύ δύσκολο, όχι όμως και αδύνατο, με δεδομένη τη σφοδρότητα της οικονομικής κρίσης και την αδυναμία διεξόδου από αυτήν) και οι κυβερνώμενοι απλώς δεν ξέρουν τι να κάνουν. Δεν λέω ότι δεν θέλουν πια να κυβερνηθούν, λέω ότι δεν ξέρουν τι να κάνουν, καθότι έχουν (έχουμε) υποστεί κοινωνικά, ιδεολογικά, αισθητικά κ.λπ. λοβοτομή σε μικρές δόσεις που διαρκεί εδώ και κάποιες δεκαετίες (ιδίως μετά το 1989, αλλά το κακό έχει αρχίσει ήδη από τη χούντα), κάθε δίκτυο αλληλεγγύης έχει ατονίσει έως εκμηδενιστεί, ο ατομικισμός βρισκόταν μέχρι πριν από 2 χρόνια (και ακόμα είναι) στο απόγειο κ.ο.κ.

          Όμως οι βεβαιότητες της Ισχυρής Ελλάδας του Σημιτιστάν έχουν κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Τίποτα πια δεν είναι ίδιο στη συνείδηση του λαού – έχει αρχίσει μια διαδικασία ολικής επαναφοράς από την κατάσταση της ψευδούς συνείδησης της πλαστικής πιστωτικής κάρτας, του φθηνού ΙΧ, ενός άκρατου ναρκισσισμού εντέλει, σε μία νέα κατάσταση (υλική και ιδεολογική). The game is over και ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

          Το πράγμα είναι εν τω γίγνεσθαι. Πώς θα δέσει το «έδεσμα» δεν το ξέρουμε ακόμα, μόνο τάσεις μπορούμε να δούμε και, εννοείται, ότι υπάρχουν πάντα οι «απροσδιόριστοι παράγοντες».

          Το ζήτημα (επαναλαμβάνω, με τους «απροσδιόριστους παράγοντες» σταθερούς) είναι η αναλογία των υλικών για την παρασκευή του προαναφερθέντος «εδέσματος», ο τρόπος παρασκευής (χρόνος και ένταση βρασμού) αλλά και άλλοι εξωγενείς παράγοντες (π.χ. μια διακοπή ρεύματος από την «ΔΕΗ» και η έλλειψη άλλης εναλλακτικής συσκευής, π.χ. μιας ξυλόσομπας-στόφας, την οποία την πετάξαμε γιατί δεν χωρούσε η 64 ιντσών τηλεόραση εκ Γερμανίας που αγοράσαμε για να βλέπουμε thirteen channels of shit to choose from είναι δυνατόν να επιδεινώσει την κατάσταση – παραγωγική ανασυγκρότηση το λένε κάποιοι, όπως ο Γέρος σε άλλη ανάρτηση).

          Και εδώ έρχεται ο ρόλος της αριστεράς, μιας αριστεράς που ψάχνεται μετά από πολύ καιρό – και καλώς. Ψάχνεται όμως εγκεφαλικώς, τα «εδέσματα» τα φτιάχνει και τα χαλάει στο μυαλό της, και «δρα» (η αριστερά, οι αριστεροί, οι αριστερές) με τον ίδιο τρόπο που δρούσε και ο τύπος στο γνωστό ανέκδοτο με τον γρύλο.

          Έχει κολλήσει στον «Τσελεμεντέ» της, που πράγματι είναι πολύ πλούσιος σε συνταγές*, αλλά αδυνατεί να καταλάβει -το ίδιο και εσύ φίλε Δεν μασάμε!– ότι αν δεν λερώσει τα χέρια της «προκοπή» δεν θα δει (όταν λέω προκοπή δεν εννοώ, να εξηγούμαστε, εκλογικές «επιτυχίες» του 3% και η ψήφος σου προκειμένου να βολέψει το σαρκίο της).

          Αν δεν βγει να μαζέψει ραδίκια και καυκαλήθρες προσπαθώντας να μην τρυπηθεί από τ’ αγκάθια, αν δεν πάει να ψωνίσει αλεύρι και αυγά, ερευνώντας και προσέχοντας να μην είναι σκουληκιασμένο το αλεύρι, να μην είναι κλούβια τ’ αυγά, να μην την ρίξει στο ζύγι ο μπακάλης, ο κυρ Παντελής (που ως γνωστόν ανήκει ως προς την οικονομική του διάσταση εις την παλαιάν μικροαστικήν τάξιν και ως εκ τούτου διάκειται φιλικά προς την αριστερά μόνον όταν θεωρήσει ότι δεν θα πειραχθεί ο μπεζαχτάς του από αυτήν ενώ ταυτόχρονα έχει κατανοήσει ότι το σούπερντούπερμάρκετ στο σούπερουάου απαστράπτον εμπορικό κέντρο θα τον στείλει σούμπιτο στη μισθωτή σκλαβιά), αν δεν πάει να αγοράσει τυρί απ’ ευθείας από τον βοσκό, αν περιμένει, εν κατακλείδι, να κάνει ωραία χορτόπιτα με πλαστικά υλικά από το σούπερμάρκετ της τάδε πολυεθνικής, θα της βγει μια άγευστη μαλακία. Ή, όπως λένε στο χωριό μου, αν δεν βρέξεις κώλο ψάρι δεν τρως. Μ’ εννοείς;

          Θέλω να πω, τελικά, ότι δεν ζούμε (η αριστερά, εγώ, εσύ, αυτός) σε γυάλα, αποστειρωμένοι από τα μικρόβια της μικροαστικής ηθικής, από τις Σπίθες και τον εθνικισμό, από τον ωχαδελφισμό και την παραίτηση, από τους βολεψάκηδες και τους φοβισμένους, από τους κυρ-Παντελήδες και τους ξενόφοβους, από τους χαφιέδες, τους πρεζάκηδες, τα ταξικά κοθώνια. Κάτι από όλα αυτά ή και όλα μαζί υπάρχει ακόμα και μέσα μας.

          Πρέπει να μπούμε «μέσα σε όλα» και να λερώσουμε τα χέρια μας: ας διαλέξουμε ό,τι καλύτερο υλικό υπάρχει για τις συνταγές μας (προσαρμόζοντας τις συνταγές στα διαθέσιμα υλικά μας), ας κόψουμε τα χέρια μας με τα μαχαίρια, ας λερώσουμε την κουζίνα. Τώρα αν το κάψουμε τελικά το φαΐ ή μας πάνε στο νοσοκομείο γιατί τα ραδίκια που μαζέψαμε ήταν δηλητηριασμένα είναι άλλο θέμα (θα πρέπει να προσέχουμε τι κάνουμε και με ποιους το κάνουμε, αυτό είναι σίγουρο).

          Από αυτό όμως μέχρι την ηττοπάθεια, την απάθεια και τη μοιρολατρία ή την ιδεολογική «καθαρότητα» του «ελεύθερου»-πολιορκημένου (πανεπιστημιακού ή όχι) γραφείου μας υπάρχει μεγάλη απόσταση. Και θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι, δυστυχώς, η παρέμβασή σου αυτή την απάθεια προάγει περισσότερο παρά έναν υγιή σκεπτικισμό ή έστω μια υγιή «καχυποψία». Το τέλος αυτής της διαδρομής θα μπορούσε να είναι το κάστρο του Σάρουμαν στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Η απόσταση, βέβαια, είναι πολύ μεγάλη αλλά όχι και ακατόρθωτη (θεός φυλάξοι και μακριά από εμάς).

          Εντέλει (και πάρα πολύ το κούρασα) όπως έλεγε και ο σύντροφος Ρασούλης θα πρέπει να γίνουμε φίλοι με τον φόβο και τον πόνο που είναι δυο σοφοί. Γιατί ακόμα και ο Χάρος κάνει λάθη. Πόσο μάλλον οι (αριστεροί) άνθρωποι.

          * Ένα καλό παράδειγμα συνταγής από τον Τσελεμεντέ της αριστεράς (με τις καλύτερες των προθέσεων, το πιστεύω) είναι και το άρθρο του Μηνακάκη. Ο οποίος κάνει μια πολύ καλή ανάλυση, αλλά όταν φτάνει στο «δια ταύτα» σηκώνει τα χέρια ψηλά και λέει ό,τι περίπου λέει ο χώρος αυτός από το ’89 που υπάρχει μέχρι τώρα. Ακριβώς γιατί είναι (είμαστε ΟΛΟΙ) αποξενωμένοι από την αλλοτριωμένη πραγματικότητα (δηλαδή διπλά αλλοτριωμένοι και όχι, βέβαια, το αντίθετο). Και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθίσουμε κάτω και να τα κάνουμε λιανά, να τα κάνουμε τάλιρα, δίφραγκα, πενηνταράκια, δεκάρες (στο λέω σε δραχμές για να συνηθίζεις σιγά-σιγά :-) ) να μπορεί να τα καταλάβει ο καθένας και να του δίνουν μία άμεση προοπτική και ανάσα και όχι να προτείνουμε μια κοπιαστική και έωλη έφοδο στους ουρανούς (οι χριστιανοί τουλάχιστον υπόσχονται μετά «βεβαιότητος» την βασιλεία των ουρανών, με μόνη προϋπόθεση την «αρετή» και τον φυσικό θάνατο).

          • Ο/Η Δεν μασάμε! λέει:

            Γράφεις:
            “οι κυβερνώντες δεν μπορούν πια να κυβερνήσουν” και παρακάτω “οι κυβερνώμενοι απλώς δεν ξέρουν τι να κάνουν” . Εκτός από αυτά τα δύο υποκείμενα, υπάρχει και άλλο ένα τρίτο, το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία: αυτοί που διεκδικούν να πάρουν την θέση των κυβερνώντων, οι οποίοι βρίσκονται στην ίδια ή χειρότερη κατάσταση με τους κυβερνώντες. Σε αυτό το “υποκείμενο” ανήκει και η Αριστερά (σε όλες τις εκδοχές της).

            Ή για να το πούμε διαφορετικά υπάρχει μια αυτονομία ανάμεσα στο πολιτικό και το κοινωνικό, που έχει μεγάλη σημασία για την άσκηση της πολιτικής, αλλά και για τις σχέσεις ανάμεσα στα πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα.

            Αυτό έχει σημασία για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του υποκειμένου που εγκαλείς με τις παρακάτω ηθικές/πολιτικές εκκλήσεις:

            Πρέπει να μπούμε «μέσα σε όλα» και να λερώσουμε τα χέρια μας: ας διαλέξουμε ό,τι καλύτερο υλικό υπάρχει για τις συνταγές μας (προσαρμόζοντας τις συνταγές στα διαθέσιμα υλικά μας), ας κόψουμε τα χέρια μας με τα μαχαίρια, ας λερώσουμε την κουζίνα. Τώρα αν το κάψουμε τελικά το φαΐ ή μας πάνε στο νοσοκομείο γιατί τα ραδίκια που μαζέψαμε ήταν δηλητηριασμένα είναι άλλο θέμα (θα πρέπει να προσέχουμε τι κάνουμε και με ποιους το κάνουμε, αυτό είναι σίγουρο)

            Να το κάνω πιο λιανά τι εννοώ, στην έκκληση λοιπόν:
            διαλέξουμε ό,τι καλύτερο υλικό υπάρχει
            ΠΟΛΙΤΙΚΑ: Το “καλύτερο” δεν υπάρχει! Όλες η δυνατές εναλλακτικές επιλογές έχουν περισσότερα αρνητικά παρά θετικά στοιχεία. Είναι σκάρτες, και πρέπει να καταστραφούν γιατί εμποδίζουν να γεννηθεί το “αδύνατο”. Εδώ το “να κάψουμε τελικά το φαΐ μας” επιβάλλεται να γίνει! Θα πρέπει να το κάνουμε μάλιστα με στοχοπροσύλωση, γιατί αν δεν το “κάψουμε” και το φάμε, τότε είναι σίγουρο ότι “θα πάνε στο νοσοκομείο γιατί τα ραδίκια που μαζέψαμε ήταν δηλητηριασμένα…”

            ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ: Το “καλύτερο” είναι ότι κινείται και συγκρούεται με τις κρατικές πολιτικές, ότι βγάζει τον κόσμο στον δρόμο και τον κάνει να αγωνίζεται. Και εδώ θα πρέπει πράγματι να προσέχουμε ώστε να μην κάψουμε το φαϊ μας αλλά και τι ραδίκια μαζεύουμε! Γιαυτό δεν θα πρέπει να προσέχουμε να μην μαζεύουμε ραδίκια από τους αγρούς που έχει σπείρει η ΣΠΙΘΑ τον σπόρο της, γιατί είναι σίγουρα μολυσμένα με ρατσισμό και άλλες παρόμοιες ασθένειες… Όπως έλεγε και ο Μαρξ: “¨Οποιος ανακατεύεται με τις κότες τον τρώνε τα πίτουρα!”

            • Ο/Η Raindog λέει:

              Επίσης οι αρχαίοι υμών πρόγονοι είχαν πει «Μηδέν Άγαν», ο Λένιν «Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια» και ο πρόεδρος Μάο «Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει δέκα μέρες κοσκινίζει…»

              Όσον αφορά το πολιτικό προσωπικό της αριστεράς: το ζήτημα είναι, και νομίζω θα συμφωνήσεις σε αυτό, η δημοκρατική συγκρότησή της που, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει προχωρήσει ιδιαίτερα σε κανένα κομμάτι της υπάρχουσας αριστεράς. Ας το δουν αυτό οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες σε όλες τις οργανώσεις, κόμματα, (λυκο)συμμαχίες και ανοιχτά πολιτικά σχέδια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όσο δεν υπάρχει δημοκρατία στην αριστερά τόσο το πολιτικό προσωπικό θα αυτονομείται και θα αναπαράγεται μέσω συμφωνιών κορυφής, ερήμην της βάσης.

              Για το αν θα πρέπει να καεί το φαΐ εξαρτάται από το αν υπάρχουν προμήθειες σε ξηρά τροφή ή αν θα απομείνουμε να περιμένουμε το μάνα εξ ουρανού (εξ ΕΕσπερίας μήπως όπως προτείνει και ο σ. Μηλιός; εξ αποκαλύψεως;). Δεν νομίζω ότι είναι ενδεδειγμένη λύση η δεύτερη διότι θα επέλθει η πείνα και, εντέλει, ο θάνατος, πράγμα που και οι δύο, υποθέτω, απευχόμεθα. Γιατί όπως θα έλεγε και ο Badiou «των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν».

  2. Ο/Η left liberal synthesis λέει:

    «Δεν μασάμε»
    Δεν συμφωνώ σε όλα μαζί σου, αλλά μου φαίνεται τόσο ακριβής και πυκνή η περιγραφή σου, που θα την αναδημοσιεύσω σύντομα.
    Χωρίς νέες θεωρητικές συντεταγμένες ούτε η πραγματικότητα ερμηνεύεται και άρα ούτε αλλάζει.
    Εχεις ιστολόγιο;

  3. Ο/Η Γιάννης Κ. λέει:

    Αν ίσχυαν αυτά που λέει το άρθρο, και που είπε και ο Μαρξ για το νόμο της μείωσης του ποσοστού κέρδους, μπορεί να μας πεί ο συντάκτης ποιο και πόσο ποσοστό κέρδους μειώνεται στις χρηματοπιστωτικές εκμεταλλευτικές σχέσεις; ποιά υπεραξία παράγεται απο το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και σε βάρος ποιάς εργατικής δύναμης; Επίσης να μας πεί ποιά ακριβώς κομμάτια του αντ-εξουσιαστικού χώρου «συμπεριφέρονται όπως το ΚΚΕ»?
    Είναι δυνατόν να επικαλούμαστε την «ενάργεια» του Λένιν και την «ιδιοφυία» του Μαρξ πάνω σε ζητήματα που είναι αδύνατον να είχαν προβλέψει; εν έτει 2011; Δηλαδή τι είπαν ο Λένιν και ο Μάρξ για την πυρηνική ενέργεια; την καταστροφή του πλανήτη; το ίντερνετ; την καταλήστευση υποδούλωση και αποπληθυσμό του νοτίου ημισφαιρίου για να στηθεί το κοινωνικό κράτος στη Β. Ευρώπη κι Αμερική; την άυλη οικονομία; την βιομηχανία του θεάματος, της διαφήμησης και των ΜΜΕ; Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Μήπως όλα αυτά εμφανίστηκαν αφού είχαν πεθάνει και ο Μαρξ και ο Λένιν, που και οι δυό έβλεπαν στην βιομηχανική κοινωνία το σοσιαλιστικό μέλλον της ανθρωπότητας; Πόσο κολημένος πρέπει να είναι κανείς στο «δόγμα της πίστης» για να μην τα παίρνει υπόψη του όλα αυτά; Και ποιός στ’ αλήθεια χρειάζεται τέτοια αριστερά; Η εργατική τάξη; Μα ούτε και οι ίδιοι οι ΝΑΡΙΤΕΣ δεν την θέλουν! Εάν εφαρμοστούν αυτά που λέει ο αρθρογράφος ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟΥΣ ΦΕΡΝΕΙ ΤΟΝ ΦΡΑΠΕ στα καφέ των Εξαρχείων; αφού ΦΡΑΠΕ δεν θα υπάρχει, ούτε και φρεντο, ούτε και καπνός old holborn κίτρινο…γίνεται επανάσταση χωρίς αυτά τα όπλα; δε νομίζω…

  4. Ο/Η Β.Χ. λέει:

    Από την ταινία ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ
    Οι Έλληνες το έχουν σκάσει απ τους γερμανούς και πάνε σε ένα τρελοκομείο όπου είναι άντρο ανταρτών. Από κει ένας πατριώτης θα τους οδηγήσει στο βουνό….

    Τα ίδια πάνω κάτω δε λέμε και σήμερα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s