O βυθός

Posted: 14/07/2011 by Β.Χ. in Τέχνη
Ετικέτες:

Διήγημα

της Ολγας Μοσχοχωρίτου

Ετρεχε.

Αν κάποιος τη φωτογράφιζε με μηχανή υψηλής ευκρίνειας που θα μπορούσε να συλλάβει τον στιγμιαίο διασκελισμό της, τους μύες του σώματός της τεντωμένους στο έπακρο, το σφιγμένο στόμα της, τα μάτια της που έσταζαν αίμα, θα αποτύπωνε στο χαρτί μια μαύρη τρομαγμένη γαζέλα. Η ίδια φωτογραφία σε κοντινότερο πλάνο θα έδειχνε τα χέρια της που έκλειναν σε γροθιές, να κρατάνε ψηλοτάκουνα πέδιλα, ροζ περλέ, στραβοπατημένα κάπως.

Αν πάλι κάποιος ζωγράφος αναλάμβανε το ρίσκο να τη ζωγραφίσει, δεν θα του χρησίμευαν τα πινέλλα, ούτε τα χρώματα, παρά μόνο ένα μαύρο καρβουνάκι. Μ’ αυτό ίσως κατάφερνε να σκιτσάρει το μικρό περήφανο αιλουροειδές, που ξέφυγε από την οικεία του ζούγκλα για να βρεθεί στην άσφαλτο κυνηγημένο από αχρείους εισβολείς, κυνηγούς κεφαλών ή δερμάτων.

Ετρεχε λοιπόν. Για πρώτη φορά χρησιμοποιούσε για να προστατέψει τον εαυτόν της, τη δύναμη που της χάρισε η φύση . Δυνατά πόδια, γεμάτη αναπνοή και διασκελισμό που κάποτε, πριν από αιώνες, θα είχαν σώσει πολλούς προγόνους της από αντιπάλους άγριους αλλά έντιμους. Θηρία της ζούγκλας ή αλλόφυλους.

Εκείνη τώρα άκουγε μόνο τη φωνή της μητέρας της που της φώναζε μέσα από καπνούς «τρέξε Αϊντα, τρέξε».

Η άσφαλτος έκαιγε. Απομεσήμερο ενός καυτού Ιούλη κι η Πειραιώς έγερνε κάπως ηττημένη από τη λαύρα. Οι πίδακες της πλατείας Ομονοίας ξέρναγαν ψεύτικο νερό που δεν είχε τίποτε να δροσίσει. Ακόμα και οι άστεγοι μετανάστες θα μαζεύονταν εκεί μετά τη δύση του ηλίου. Προσωρινά κρύβονταν σε στενά κι ερείπια ακατοίκητα, ακολουθώντας τη σκιά των κτηρίων μιας και τα δέντρα είχαν πεθάνει πριν από αυτά. Πένθιμες ελιές, ξεχασμένες μέσα σε μισοβυθισμένες γλάστρες έκαναν το τοπίο αλλόκοτο. Νεκροταφείο άταφων ψυχών είχε γίνει η παλιά πλατεία, αφού πρώτα χρημάτισε νεκροταφείο αρχιτεκτονικών ιδεών και επηρμένων αρχόντων.

Μόνο η μυρωδιά των βραδινών ούρων και η μπόχα των ανοιχτών κάδων αναλάμβανε να θυμίσει στους διερχόμενους οδηγούς ότι ο ομφαλός της πόλης νοσούσε. Αυτοί πάλι έκαναν τα στραβά μάτια κι έφραζαν τη μύτη τους καθώς έκλειναν γρήγορα τα τζάμια και άνοιγαν τέρμα το αιρ κοντίσιον. Εις μάτην. Ο ανακυκλούμενος κρύος αέρας ακουμπούσε στα δερμάτινα καθίσματά τους τις οσμές που άρμοζαν στα σώματα που είχαν εξευτελίσει.

Ενας τίμιος δήμαρχος θα φύτευε γύρω – γύρω από την πλατεία κυπαρίσσια και στο κέντρο της ένα μνημείο πεσόντων ψυχών και εξευτελισμένων σωμάτων. Μονον ένας τίμιος.

Αλλά η Αϊντα έτρεχε. Με όλη τη δύναμη των δεκατετράχρονων πνευμόνων της, με όλη τη δύναμη της αυτοσυντήρησης. Οσο απομακρυνόταν από την οδό Σωκράτους, από τα μικρομάγαζα αλλοδαπών ριζωμένων στην ξένη γη κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, από το μικρό εξαθλιωμένο μοτέλ το τυλιγμένο στις φλόγες, τις σειρήνες της Πυροσβεστικής και της αστυνομίας, ένιωθε για πρώτη φορά ελεύθερη. Περίεργη που είναι η ζωή. Ο δρόμος της οδού Πειραιώς είχε γίνει για λίγο ο δρόμος της ελευθερίας της. Σαν να γεννήθηκε τρέχοντας, σαν όλη της τη ζωή να την πέρασε τρέχοντας κάτω από έναν ήλιο καυτό να της καίει την πλάτη.

Μετά από ώρα κι αφού είχε σκουντήσει άγνωστα περαστικά σώματα, αφού είχε σκοντάψει σε πάγκους ξεχασμένων μικροπωλητών, είχε αποφύγει την τελευταία στιγμή αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες που στρίγγλιζαν φρενάροντας, είχε προσπεράσει βενζινάδικα, βουβά μισογκρεμισμένα κτήρια , γκρίζους σκελετούς , πολύχρωμες προσόψεις , λαμπερές διαφημίσεις, πολυτελείς οικοδομές, ξένες και παράταιρες με τις διπλανές τους, σταμάτησε το τρέξιμο.

Ο ιδρώτας διέτρεχε το μαύρο της δέρμα σαν βροχή πάνω σε μαύρη ολοκαίνουργια λαμαρίνα και μετά έσταζε κάτω, σε ένα έδαφος που κάποτε ήταν γη. Κι ένας άγγελος μόνο θα μπορούσε να διακρίνει τα σημάδια στη ρευστή άσφαλτο, σημάδια από παιδικές πατούσες ροδαλές, σε αντίθεση με το μαύρο της δέρμα , που άφηνε πίσω της.

Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Ποτέ της δεν είχε απομακρυνθεί από την οδό Σωκράτους, το πίσω μέρος του παλαιού Δημαρχείου και την Αγορά της οδού Αθηνάς. Εκεί που αργά το μεσημέρι μέχρι χτες, ξεδιάλεγαν αυτή και η μητέρα της από τα σκουπίδια της λαχαναγοράς, ζουλιγμένα φρούτα και μαυρισμένα λαχανικά.

Το δρόμο που αργά το βράδυ θα την ξεδιάλεγαν κι αυτή αν ήταν τυχερή για λίγα ευρώ.

Ξαφνικά το λαχάνιασμα της έκοψε τα πόδια και σωριάστηκε σχεδόν στο πεζοδρόμιο. Πίσω της ένα μεγάλο μοντέρνο κτήριο και δίπλα της ένα περίεργο περίπτερο από αλουμινοκατασκευή.

Ο φόβος τη σήκωσε γρήγορα και συνέχισε να προχωράει. Είπε να χαθεί στα στενά, ο μεγάλος δρόμος την αγρίευε.

Χώθηκε στο πρώτο που συνάντησε κι ακολούθησε τη μάντρα στα δεξιά της. Πίσω διέκρινε τα κτήρια ενός εγκαταλελειμμένου εργοστασίου. Εάν ήταν τυχερή μπορεί και να σωζόταν. Για πόσο δεν ήξερε. Η ζωή κερδίζεται από τις στιγμές της.

Η μεγάλη μαύρη σιδερένια πόρτα φαινόταν κλειστή και απαραβίαστη, όταν όμως πλησίασε διέκρινε το μικρό άνοιγμα. Με το θάρρος της απελπισίας πλησίασε και την έσυρε τόσο ώστε να περνάει. Μπροστά της ξανοίχτηκε ένας χώρος σχεδόν μαγικός. Προχώρησε και κούρνιασε τρέμοντας παρά τη ζέστη, πίσω από κάτι περίεργες λαμαρίνες και υλικά γι αυτήν άγνωστα, κάτω από ένα υπόστεγο κλειστό και συνάμα ανοιχτό, με μεγάλα τζαμωτά παράθυρα, άλλα σπασμένα και άλλα βρώμικα. Εκλεισε τα μάτια της για λίγο. Τόσο όσο να μαζευτεί στον εαυτό της.

Η Μάντα βρισκόταν στα κτήρια της οδού Πειραιώς 260 από το πρωί κι η ώρα είχε πάει 5. Η παράσταση άρχιζε στις 9 και η τεχνική πρόβα καρκινοβατούσε, ενώ οι ηθοποιοί εξουθενωμένοι, δυσανασχετούσαν με τα βαριά τους κοστούμια και τις ατελείωτες πρόβες για το στήσιμό τους στη σκηνή και το σταμπιλάρισμα των φώτων. Η ζέστη χειροτέρευε τα πράγματα και τα κλιματιστικά δεν κατάφερναν να δροσίσουν επαρκώς το παλιό αχανές κτήριο που κάποτε φιλοξενούσε τις μηχανές του εργοστασίου επίπλων του Τσαούσογλου.

Μα πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια η σκηνοθέτης που δυσκόλευε τα πράγματα. Τίποτε δεν έδειχνε να την ικανοποιεί και άλλαζε την τελευταία στιγμή τις οδηγίες.

Το να είσαι βοηθός της γυναίκας που είχε γίνει πια μύθος όχι μόνο για τις πρωτοποριακές της σκηνοθεσίες αλλά και την υπαρξιακή της δυσθυμία, αποτελούσε από μόνο του άθλο.

Πόσο μάλλον που είχε ανακοινώσει πως αυτή θα ήταν η τελευταία της σκηνοθεσία, πλέον θα αποχωρούσε από τη θεατρική σκηνή. Αισθανόταν ότι δεν είχε τίποτε άλλο να πει.

Επίσης γνώριζε ότι μετά την πρεμιέρα οι κριτικοί θα την περίμεναν στην γωνία. Ποτέ δεν υπήρξε το χαϊδεμένο τους παιδί. Ούτε που το προσπάθησε δηλαδή. Απέφευγε τις συνεντεύξεις, τις δηλώσεις, τις δημόσιες σχέσεις. Σκοτεινή και απόμακρη , παρουσίαζε τη δουλειά της στο κοινό, σαν να του πετούσε πέτρες ή να πυροβολούσε. Η ίδια ποτέ δεν εμφανιζόταν στη σκηνή, ούτε καν εξηγούσε τις προθέσεις της.

Η σημερινή παράσταση ήταν «Ο Βυθός» του Γκόρκυ. Μια σύγχρονη ανάγνωση του έργου που η σκηνοθέτης μετέφερε από την Μόσχα των αρχών του 20ου αιώνα, στην Αθήνα των αρχών του 21ου.

Το άθλιο παράπηγμα που στέγαζε τους απόκληρους της προεπαναστατικής Ρωσίας, είχε αντικατασταθεί από μια εξ ίσου άθλια πανσιόν του κέντρου της Αθήνας που στέγαζε μετανάστες για 5 ευρώ τη βραδιά. Στο θίασο υπήρχαν και ηθοποιοί μετανάστες δεύτερης γενιάς, μαύροι, ασιάτες και βαλκάνιοι. Ενας σύγχρονος πύργος της Βαβέλ.

Ακόμα και η Μάντα που με σπουδές σκηνοθεσίας στο Λονδίνο ήταν εξοικειωμένη με αυτό που αναφέρεται ως «θέατρο στα μούτρα», είχε πιάσει τον εαυτό της να σοκάρεται από τις σκηνές βίας και την οσμή θανάτου που απέπνεε. Μια άποψη χωρίς καμία διαφυγή. Η σκηνοθέτης καθιστούσε το κοινό υπεύθυνο γιατί κατρακύλησε ολόκληρη η κοινωνία στο βυθό. Και του το ‘δειχνε.

Όταν βγήκε από τη σκοτεινή αίθουσα, τη χτύπησε ο ήλιος κατακούτελα. Εκλεισε για λίγο τα μάτια ώστε να συνηθίσει το φως. Δεν άντεχε αυτή την απροκάλυπτη επίθεση διαφάνειας. Κατευθύνθηκε στα προκάτ υποτυπώδη γραφεία για να βρει τον τεχνικό υπεύθυνο του χώρου. Τελευταία στιγμή όλο και κάτι έλειπε.

Κοίταξε από τα τζάμια μήπως διακρίνει κάπoιον υπάλληλο, αλλά το δωματιάκι ήταν άδειο, τα κομπιούτερ κλειστά και μόνο μια μικρή ανοιχτή τηλεόραση , σηματοδοτούσε με τον δικό της τρόπο ανθρώπινη παρουσία.

Αρχισε να περιφέρεται στο χώρο εκνευρισμένη, από την αϋπνία, το άγχος, τη ζέστη και την ανασφάλεια για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα του εγχειρήματος.

Ξαφνικά από το κτήριο που χρησιμοποιούνταν ως πάρκιγκ αυτοκινήτων, είδε έναν από τους ανθρώπους ασφαλείας, από κείνους τους μισθωμένους σεκιουριτάδες, να τραβάει σχεδόν σηκωτό ένα κορίτσι. Ετρεξε προς τα κει και πλησιάζοντας είδε το τρομαγμένο παιδί-κορίτσι με το μαύρο δέρμα , τα ξυπόλητα πόδια, την μικροσκοπική τζιν φουστίτσα, το ροζ μακό μπλουζάκι και τα τεράστια ματωμένα μάτια να την τρυπούν στο στήθος, κατάσαρκα. Μικρές πολύχρωμες φουντίτσες στόλιζαν τα μαλλιά της και τα νύχια της ήταν κεντημένα λες, με κόκκινη χένα. Από κει κρέμονταν ένα ζευγάρι στραβοπατημένα , ροζ περλέ, ψηλοτάκουνα πέδιλα.

Σε μια στιγμή μέσα φωτίστηκε ο νους της και τα κατάλαβε όλα. Ορμησε σα μαινάδα καταπάνω στον σωματώδη άντρα που οπισθοχώρησε έκπληκτος.

«Τη βρήκα να κρύβεται μέσα, πρέπει να την παραδώσω στην αστυνομία. Δε μιλάει καθόλου, κάποια αλλοδαπή παράνομη θα είναι», βιάστηκε να πει και κάπως να δικαιολογηθεί.

«Τι λες άνθρωπέ μου, άφησε το κορίτσι ήσυχο. Είναι ηθοποιός και παίζει στην παράσταση»

«Με δουλεύετε; έτσι που είναι αυτό θα…»

«Πρόσεχε πώς μιλάς, είναι η Νάστια του «Βυθού», δώσε μου την κοπέλα γρήγορα, μην σε αναφέρω»

Πήρε σχεδόν αγκαλιά το κορίτσι και απομακρύνθηκε γρήγορα προς το κτήριο που γινόταν η πρόβα, ενώ με σιγανή φωνή σα νανούρισμα καθησυχαστικό άρχισε να της απαγγέλλει:

«…Και να λοιπόν που έρχεται τη νύχτα στον κήπο, όπως είχαμε κανονίσει…Κι εγώ είμαι από ώρα εκεί και τρέμω απ’ το φόβο κι απ’ τον πόνο. Τρέμει κι αυτός και είναι άσπρος σαν κιμωλία και στο χέρι του κρατάει πιστόλι… και μου λέει με τρομαγμένη φωνή: “Πολύτιμη αγαπημένη…»

Ο φύλακας άναυδος κατευθύνθηκε προς τα γραφεία και μπήκε μέσα .

«Είναι σίγουρα τρελοί αυτοί οι καλλιτέχνες, σιγά μην και ήταν ηθοποιός, αλλά τι με νοιάζει εμένα, ας πάρει η ψηλομύτα την ευθύνη. Δεν τα βγάζεις πέρα μαζί τους. Αυτό μας έλειπε τώρα , να ξεσπάσει κανένα σκάνδαλο και να χάσω τη δουλειά μου. Οσο να πεις , παρότι εποχική, εγώ την έχω ανάγκη».

Εν τω μεταξύ η τηλεόραση διέκοψε το πρόγραμμά της και ανήγγειλε ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΗΣΗ.
Δυνάμωσε τη φωνή .

Ο ρεπόρτερ βρισκόταν στην οδό Σωκράτους μπροστά από ένα παλιό κτήριο, γεμάτο καπνούς. Γύρω του επικρατούσε πανδαιμόνιο.

«Φωτιά ξέσπασε στο ξενοδοχείο « ΠΑΡΘΕΝΩΝ» εδώ στην οδό Σωκράτους, από άγνωστη μέχρι στιγμή αιτία . Η φωτιά μάλλον ξεκίνησε από ένα μικρό εσωτερικό δωμάτιο του πρώτου ορόφου που έβλεπε στον ακάλυπτο και πήρε γρήγορα διαστάσεις. Μετά την άμεση επέμβαση της Πυροσβεστικής, η φωτιά τέθηκε υπό έλεγχο. Στην Πανσιόν αυτή έμεναν κυρίως μετανάστες που είχαν απασχολήσει επανειλημμένα την Αστυνομία. Νεκρή βρέθηκε μια γυναίκα αγνώστων στοιχείων, μάλλον Νιγηριανή, καθώς και ένας άνδρας λευκός, επίσης αγνώστων λοιπών στοιχείων. Αστυνομικές πηγές που θέλουν να κρατήσουν την ανωνυμία τους, μας πληροφόρησαν ότι η υπόθεση είναι αρκετά περίεργη, εφόσον δίπλα στον άνδρα βρέθηκε ένα περίστροφο, ενώ πεταμένο εντοπίστηκε και ένα γκαζάκι που μάλλον υπήρξε η αιτία της πυρκαγιάς. Τα σώματα των νεκρών βρέθηκαν κοντά στο παράθυρο, μπλεγμένα σαν από συμπλοκή, προφανώς προσπάθησαν να διαφύγουν από τον ακάλυπτο αλλά δεν τα κατάφεραν. Η ασφάλεια διενεργεί ανακρίσεις. Νεώτερα στο νυχτερινό μας δελτίο».

Από:http://tometopo.gr

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η pentanostimi λέει:

    αναδημοσίευση απο το tometopo.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s