Xθες ήταν μέρα δουλειάς

Posted: 19/12/2011 by Β.Χ. in Uncategorized

του Παναγιώτη Οικονομίδη

( από Το Μέτωπο )

Ξύπνησα στις 5:20 και επέστρεψα στις 20:30.
Δεν συμβαίνει συχνά. Δεν συμβαίνει εδώ και πάνω από 1 χρόνο.
Συνειδητοποίησα ότι αυτό που λείπει δεν είναι η υλική απολαβή αλλά η άμεση δημιουργική απασχόληση.

Αυτή πραγματώνει την ύπαρξη μου.
Έγειρα να κοιμηθώ ‘’τελειωμένος‘’ αλλά όχι πλήρης.
Αυτό συμβαίνει συχνά εδώ και πολλά χρόνια.
Συνειδητοποίησα ότι αυτό που λείπει δεν είναι η ξεκούραση αλλά η αίσθηση ότι υπάρχεις μέσα στο ύπνο σου.
Αυτό πραγματώνει την συναισθηματική ισορροπία μου.
Το πρωί σηκώθηκα ισοπεδωμένος με το τεράστιο κενό μου πλημμυρισμένο από ζήλεια.
Ζηλεύω.
Που κάθε πρωί μπορείς να υπάρχεις όχι γιατί αναπνέεις αλλά γιατί έχεις να δουλέψεις.
Που επιστρέφεις και μπορείς να κοιτάξεις το εαυτό σου και τους άλλους ίσια.
Που δεν μπορώ να φωνάξω:
Υπάρχω!!!!!
Αλλά πρέπει να το αποδεικνύω λογικά στον καθένα.
Πρέπει να το αποδεικνύω λογικά κάθε στιγμή.
Πρέπει να πείθω το εαυτό μου κάθε πρωί ότι υπάρχει λόγος και για μένα.
Πρέπει να βρίσκω λόγο να πηγαίνω λίγο πιο παραπέρα την ζωή μου.
Πρέπει να βρίσκω λόγο να έχω ‘’λόγο’’.
Δεν επέλεξα αυτή την κατάσταση.
Δεν ξέρω αν θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά για μένα τώρα. Ίσως έτσι να ήταν διαφορετικά πριν.
Δεν ξέρω αν αύριο θα είμαι έτσι ή εδώ ή εκεί.
Δεν ξέρω τι νοιώθω για την κάθε μέρα που φεύγει ή έρχεται.
Ξέρω όμως ότι σίγουρα μου λείπει ένα χάδι.
Το απλόχερο, σαφές, σταθερό, διαρκές, επαναλαμβανόμενο, μη αιτιματκό, χάδι που κάνει το παιδί να κοιμάται ασφαλές και τον άνδρα σίγουρο.
Που λείπει η περίσσια της καθημερινότητας και δεν ξεχειλίζω πλέον από μόνος μου.
Χρειάζομαι πλέον έναυση.
Θετική, συναισθηματική, σωματική, πνευματική. Συμπαγή.
Ο ένας είναι στον κόσμο του, ο άλλος κοιτάει αλλού, ο παραδίπλα είναι μακριά, ο τέταρτος δεν μπορεί, ο πέμπτος δεν θέλει, ο έκτος δεν μου ‘’χρωστάει’’, ο έβδομος δεν επαρκεί και πάει λέγοντας.
Δεν μπορώ να είμαι σαν το καροτσάκι του super market λίγο από το ένα ράφι λίγο από το άλλο.
Διαλύομαι. Διαχέομαι. Διαμελίζομαι.
Μόλις το πλοίο της Αίγινας έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά χθες, μπροστά μου στεκόταν ένας ηλικιωμένος αξιοπρεπής κύριος με μια βαλίτσα δίπλα του και ζύγιζε με το μάτι την σκάλα του πλοίου. Σαν κάτι γέρικα σκυλιά που μετράνε αν θα μπορέσουν να σαλτάρουν το χαντάκι και πώς. Του κατέβασα τη βαλίτσα μέχρι τον καταπέλτη. Εκείνος με ακούμπησε απαλά στην πλάτη και μου έδωσε την ευχή του. ‘’Να είσαι καλά παλικάρι μου’’. Χωρίς τζιριντζάντζουλες και λοβιτούρες.
Απλά.
Με στιβαρή πληρότητα και διακριτικό συναίσθημα.
Απλόχερα.
Ουφ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s