Μια μικρή συζήτηση με τον Θεόδωρο Μαριόλη, Αν. Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Μέρος 1ο)

Posted: 29/01/2010 by Γιάννης Χ. in Κρίση-Οικονομία, Συνεντεύξεις
Ετικέτες:

Μια  μικρή συζήτηση με τον Θεόδωρο Μαριόλη, Αν. Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο οποίος είχε ‘ενστάσεις’ για την ένταξη της Ελλάδας στο Ευρώ. Μέρος Α.

Καθώς η συζήτηση για την Ε.Ε. ανοίγει, έχουμε την πρόταση Αλαβάνου για δημοψήφισμα για το σύμφωνο σταθερότητας,  την εκδήλωση την Δευτέρα με Αλαβάνο-Βεργόπουλο, το σημαντικό άρθρο του Κ. Βεργόπουλου στην Ελευθεροτυπία της Παρασκευής κλπ προσπαθούμε να συμβάλουμε στην συζήτηση με την παρακάτω συνέντευξη. Δεν πάρθηκε σε μία μέρα και αποτελείται από τέσσερις ερωτήσεις. Επειδή είναι μεγάλη θα την αναρτήσουμε σε τέσσερα μέρη. ΄

Κ. Παπουλής-Γέρος

Είσαι από αυτούς που είχαν ‘ενστάσεις’ για την ένταξη της Ελλάδας στο Ευρώ. Ποιες ήταν αυτές; Υπάρχουν οικονομικά μεγέθη που τις επιβεβαιώνουν και, περαιτέρω, ποιες ήταν οι διαρθωτικές μεταβολές που έγιναν στην ελληνική οικονομία;

Πράγματι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, συγκρότησα, σε μία σειρά από άρθρα και βιβλία, μία κριτική θεώρηση της ‘παγκοσμιοποίησης’ και της ΟΝΕ, γενικά, και της διαδικασίας ένταξης της Ελλάδας στη Ζώνη του Ευρώ (ΖΕ), ειδικά. Η κύρια θέση μου, σε σχέση με το ερώτημά σου, μπορεί να διατυπωθεί, συνοπτικά, ως εξής:

(1) Στο εσωτερικό της ΖΕ ο διεθνής ανταγωνισμός τείνει να διεξαγάγεται, όλο και περισσότερο, σε όρους απολύτων πλεονεκτημάτων στην παραγωγικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου. Απλουστεύοντας κάπως, αλλά χωρίς απώλεια της ουσίας, αυτό σημαίνει ότι, σε κάθε επιμέρους κλάδο της ευρωπαϊκής οικονομίας, είναι δυνατόν να επιβιώσουν μόνον εκείνες οι επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν την απολύτως υψηλότερη παραγωγικότητα ή, με άλλα λόγια, οι πλέον τεχνολογικά προηγμένες επιχειρήσεις (να τονισθεί ότι αυτό δεν ισχύει, γενικά, στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας όπου η επιβίωση εξακολουθεί να βασίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα παραγωγικότητας των επιχειρήσεων).

(2) Η προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ενέχει την αδυναμία άσκησης εθνικά αυτόνομης εμπορικής (δασμολογικής και μη), συναλλαγματικής, νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής (όσον αφορά στο τελευταίο υπονοώ τους πολλαπλούς περιορισμούς που θέτει το λεγόμενο ‘Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης’). Συνεπώς, κάθε επιμέρους αρχή οικονομικής πολιτικής δεν διαθέτει, σε τελική ανάλυση, παρά το μέσο-εργαλείο της εισοδηματικής πολιτικής (νομίζω ότι στην Ελλάδα το έχουμε καταλάβει καλά αυτό). Είναι, όμως, αδύνατον με ένα, και μοναδικό, μέσο-εργαλείο να επιτευχθεί το σύνολο των – υποτιθέμενων – στόχων της οικονομικής πολιτικής, δηλ. η ισορροπία παραγωγής-ζήτησης στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η πλήρης απασχόληση της εργασίας και του κεφαλαίου και ο ισοσκελισμός του κρατικού προϋπολογισμού και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά δεν είναι καθόλου ανεξάρτητα μεταξύ των ή, για να είμαι πιο ακριβής, αλλητροφοδοτούνται, με το κατά σειρά πρώτο να παίζει τον κύριο ρόλο. Συνεπάγονται ότι οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες και περιφέρειες της ΖΕ (στις οποίες ανήκουν, χωρίς αμφισβήτηση, η Ελλάδα, ως μονάδα, αλλά και πολλές από τις περιφέρειές της, όπως επίσης η Πορτογαλία, μεγάλα τμήματα της Ισπανίας, η Ιρλανδία, και η Νότια Ιταλία) υποβαθμίζονται, όλο και περισσότερο, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού καταμερισμού-συνδυασμού εργασίας. Εάν δε λάβουμε υπόψη και τις λεγόμενες ‘χρηματικές και τεχνολογικές οικονομίες χωρικής συγκέντρωσης’ ή, με απλά λόγια, τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η γεωγραφική συγκέντρωση ενός κλάδου παραγωγής, τότε η εικόνα γίνεται πιο ζοφερή: ενεργοποιούνται αυτοτροφοδοτούμενες διαδικασίες ανισόμετρης ανάπτυξης, οι οποίες οδηγούν στην εξάρτηση της πορείας ορισμένων χωρών και περιφερειών από τις προοπτικές συγκεκριμένων κλάδων ή/και στην οριστική υποβάθμιση άλλων γεωγραφικών περιοχών, οι οποίες δεν θα είναι σε θέση να παράξουν τίποτε απολύτως ή, τέλος πάντων, τίποτε για τη διεθνή αγορά (Ας μην κοιτάμε, όπως κάνουμε συνήθως, τις ΗΠΑ ως μονάδα. Η οικονομική ιστορία των προσφέρει αρκετά παραδείγματα, με πιο χαρακτηριστικό, ίσως, αυτό της περιοχής των Κεντρικών Απαλαχίων, η οποία περιλαμβάνει το Ανατολικό Κεντάκυ και τμήματα διαφόρων γειτονικών πολιτειών. Εξαρτήθηκε από την εξόρυξη άνθρακα και οδηγήθηκε, από το 1945 και μετά, στην παρακμή. Γενικά για αυτού του είδους τα ζητήματα, θα παρέπεμπα σε μία κριτική μελέτη των εργασιών του Paul Krugman στο πεδίο της ‘οικονομικής γεωγραφίας’).

Τώρα, στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου: μία μονοσήμαντη απάντηση, στο εμπειρικό επίπεδο, προϋποθέτει τη μία-προς-μία (και σταθερών όλων των άλλων παραγόντων) σύγκριση δύο διαφορετικών ‘τροχιών’ της ελληνικής οικονομίας, δηλ. εκτός και εντός ΖΕ. Φυσικά, αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει. Κρίνω, ωστόσο, ότι θα σχηματίζαμε μία πολύ καλή εικόνα της πραγματικότητας (και των μελλοντικών εξελίξεων) εάν γνωρίζαμε, βάσει επιστημονικών μετρήσεων, σε ποιους κλάδους η ελληνική οικονομία διαθέτει απόλυτα πλεονεκτήματα παραγωγικότητας. Και με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι, από ό,τι γνωρίζω, οι φορείς και τα ινστιτούτα οικονομικής πολιτικής δεν έχουν κάνει τέτοιες μετρήσεις. Υπάρχουν, βέβαια, ορισμένα στοιχεία των στατιστικών υπηρεσιών, τα οποία είναι πάρα πολύ ενδεικτικά: η αξία της παραγωγής της μεταποίησης ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει πέσει από το 23.2% (1970-1981) στο 14.9% (1999-2004). Της γεωργίας-αλιείας από το 11.6% στο 5.7%, και των ορυχείων-λατομείων από το 1% στο 0.8%. Αντιθέτως, έχουν ανέβει (εάν και μάλλον όχι θεαματικά) τα αντίστοιχα ποσοστά τομέων, όπως των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ξενοδοχείων-εστιατορείων και υγειονομικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχουν όλα τα στοιχεία που αφορούν στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο έφθασε, πριν από το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης, στο 14% του ΑΕΠ (αξίζει να σημειωθεί, εδώ, ότι στην περίοδο 1983-85 (1995-98), όπου η δραχμή υποτιμήθηκε, κατά περίπου 15% (14%), αυτό το ποσοστό ήταν της τάξης του 5-10% (3-4%)) και, γενικότερα, αυτά που αφορούν στη διεθνή ανταγωνιστικότητα και στη σύνθεση των εισαγωγών-εξαγωγών της ελληνικής οικονομίας. Να αναφέρω μόνον ότι στις εισαγωγές παρατηρείται συνεχής άνοδος του μεριδίου των λεγομένων ‘προϊόντων υψηλής τεχνολογίας’, ενώ για τις εξαγωγές ισχύει μάλλον το αντίθετο, και ότι η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο ποσοστό ενδοκλαδικού εμπορίου στη μεταποίηση από όλα τα μέλη της ΕΕ-15, πράγμα που έχει ιδιαίτερη (αρνητική) βαρύτητα, διότι η ανάπτυξη ενδοκλαδικού εμπορίου προϋποθέτει οικονομίες με παρόμοιο και, ταυτοχρόνως, υψηλό τεχνολογικό επίπεδο. Τέλος, η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από συγκριτικά χαμηλότερη παραγωγικότητα στους τομείς παραγωγής των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων, ενώ η παραγωγικότητά της είναι αντίστοιχη του ευρωπαϊκού μέσου όρου μόνον στους τομείς παραγωγής των διεθνώς μη εμπορεύσιμων προϊόντων (χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, κατασκευές, εσωτερικό εμπόριο). Έχει μάλιστα εκτιμηθεί (από τον ΙΟΒΕ) ότι η αύξηση του ΑΕΠ προέρχεται πρωτίστως από την ανάπτυξη αυτών ακριβώς των τομέων, ενώ οι τομείς των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων είναι είτε στάσιμοι (εδώ και τρεις δεκαετίες) είτε αναπτύσσονται με αργούς ρυθμούς (π.χ. τουρισμός).

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε σειρές στοιχείων και να συζητάμε ατέρμονα γύρω από αυτές. Το ουσιώδες, όμως, είναι να διαθέτει κανείς μία οπτική γωνία, ένα θεωρητικό σχήμα πλαισίωσης των εκάστοτε στοιχείων. Και αυτό που παρουσίασα, έστω συνοπτικά, στα προηγούμενα είναι, σύμφωνα με ό,τι είμαι σε θέση να αντιληφθώ, το πλέον κατάλληλο: επιχειρεί να συλλάβει τους βαθύτερους μετασχηματισμούς που συντελούνται στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος και,. άρα, τη μακροχρόνια δυναμική του

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s